τέθμιος , v. θέσμιος , τεθμός , v. θεσμός . τεθμοφούλαξ , v. θεσμοφύλαξ . τέθμιος, A. v. θέσμιος ,τεθμός, v. θεσμός .τεθμοφούλαξ, v. θεσμοφύλαξ .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τέθμιος , v. θέσμιος , τεθμός , v. θεσμός . τεθμοφούλαξ , v. θεσμοφύλαξ . τέθμιος, A. v. θέσμιος ,τεθμός, v. θεσμός .τεθμοφούλαξ, v. θεσμοφύλαξ .
fixed, settled, lawful θέσμιος, Dor. and Ep. τέθμιος,ον, orα,ον, (θεσμός) A. fixed, settled, lawful, ἑορτὰ τέθμιος Pi. N. 11.27 ; τέθμιαι ὧραι Call. Ap. 87 ;θέσμια τάδε καὶ πάτριαLex ap. Arist.