τέθμιος , v. θέσμιος , τεθμός , v. θεσμός . τεθμοφούλαξ , v. θεσμοφύλαξ . τέθμιος, A. v. θέσμιος ,τεθμός, v. θεσμός .τεθμοφούλαξ, v. θεσμοφύλαξ .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
τέθμιος , v. θέσμιος , τεθμός , v. θεσμός . τεθμοφούλαξ , v. θεσμοφύλαξ . τέθμιος, A. v. θέσμιος ,τεθμός, v. θεσμός .τεθμοφούλαξ, v. θεσμοφύλαξ .
guardian of the law θεσμο-φύλαξ[ῠ],ακος,ὁ , A. guardian of the law, of Moses , Ph. 1.171 :—usu. in pl.θεσμο-φύλακες,οἱ, a magistracy at Elis, Th. 5.47 , cf. D.S. 5.67 ; at Alexandria, PHal. 1.239 (i