ἐπανα-χάζομαι , v. ἐπαγχ-. ἐπανα-χάζομαι, A. v. ἐπαγχ-.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπανα-χάζομαι , v. ἐπαγχ-. ἐπανα-χάζομαι, A. v. ἐπαγχ-.
κεκᾰδήσω , κεκάδοντο , κεκαδών , v. χάζομαι :—but for κεκαδήσομαι , v. κήδω :—for κεκαδδίχθαι , v. κάδδιχος . κεκαδμένος , v. καίνυμαι . κεκᾰδήσω,κεκάδοντο,κεκαδών, A. v. χάζομαι :—but forκεκαδήσομα
cause to retire; χάζω, A. cause to retire; Act. only in Hsch. and in compd.ἀναχάζω(also παραχάζω, προχάζω Hsch. ), and in Ep. redupl.aor. κέκᾰδον, fut. κεκᾰδήσω:—force to retire from, bereaveordep