ψαυκρός , ά , όν , in neut. ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν, Hsch. ; also ψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός, Id.: cf. σαυκρός. ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ψαυκρός , ά , όν , in neut. ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ ἄκρως ψαύειν, Hsch. ; also ψαυκρός: καλλωπιστής, ταχύς, ἐλαφρός, ἀραιός, Id.: cf. σαυκρός. ψαυκρός,ά,όν, in neut.ψαυκρὸν γόνυ: κοῦφον, ἀπὸ τοῦ