HOSTCC BY-NC-SALexiconsψίαι:ψίαι: ἀλώπεκες, Hsch. (cf. ψύα ); also ψειαί: ἀλώπεκες, ψῆφοι, Id. ψῐαίνω , aor. inf. ψιῆναι: ψίξαι, Id., Suid. ( ψέξαι codd.); cf. σιαίνω. ψίαι: ἀλώπεκες, Hsch. (cf.ψύα); alsoψειαί: ἀλώπεκες, ψῆφοι,Typelexicon entryLanguagegreek