ἄργιον , = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 . ἀργιόπους: ἀετός ( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύς, Id. ἄργιον, A. = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 .ἀργιόπους: ἀετός( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄργιον , = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 . ἀργιόπους: ἀετός ( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύς, Id. ἄργιον, A. = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 .ἀργιόπους: ἀετός( Maced. ), Hsch. ἄργιος: λευκός, ταχύ
ἐβενότρῐχον , = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 ; = καλλίτριχον , ibid. ἐβενότρῐχον, A. = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 ; = καλλίτριχον , ibid.
καλλῐ́-τρῐχον , τό , = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 , Ael. NA 1.35 , Archig. (?)ap. Gal. 14.321 . καλλῐ́-τρῐχον,τό, A. = ἀδίαντον , Ps.- Dsc. 4.134 , Ael. NA 1.35 , Archig. (?)ap. Gal. 14.321 .
καλλῐ́-φυλλον , τό , = ἀδίαντον , Hp. Epid. 7.59 ( καλλῐ́-φυτον Gal. 19.107 ). καλλῐ́-φυλλον,τό, A. = ἀδίαντον , Hp. Epid. 7.59 (καλλῐ́-φυτον Gal. 19.107 ).
κόριον (B), τό , shortd. for κορίαννον , Nic. Al. 157 , Th. 874 , PCair.Zen. 292.16 , al. (iii B. C.) , PTeb. 190 (i B. C.) , Dsc. 3.63 , Gal. 12.36 : pl., Hp. Mul. 1.66 . κ. ἔνυδρον, = ἀδίαντον , Ps.
with much hair, πόλυ-θριξ,τρῐχος,ὁ,ἡ, A. with much hair,of persons, AP 6.276 (Antip.); οὐρά Gp. 17.2.1 . II. Subst., = ἀδίαντον , Plin. HN 25.132 .
very hairy, bushy, πολύ-τρῐχος,ον, (θρίξ) A. very hairy, bushy, πώγων Philonid. 10 . II. πολύ-τρῐχον,τό, = ἀδίαντον , Dsc. 4.134 , Sammelb. 7350.8 (iii/iv A.D.), Phot. s.h.v., AB 343 .
unwetted ἀδίαντος,ον, (διαίνω) A. unwetted, ἀδιάντοισι παρειαῖς Simon. 37.3 ; ἀ. ἐξ ἁλός B. 16.122 ;not bathed in sweat, σθένος Pi. N. 7.72 . II. asSubst.,ἀδίαντος,ὁ ,maidenhair, Adiantum Capi
well-winged, well-plumed εὔπτερος,ον, A. well-winged, well-plumed, of birds, S. OT 175 (lyr.);αὐχένες, δέμας, E. Ion 1200 , 1203 ;φαρέτρα v.l. in Bion 1.82 (Tricl.): metaph.,εὔ. γυναῖκες high-plumed