ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει, and ἀράδηται: κεκόνηται (prob. -κίν- ) , συγκέχυται, Hsch. ; cf. ἄραδος. ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει,andἀράδηται: κεκόνηται(prob.-κίν-), συγκέχυται, Hsch. ; cf.ἄραδ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει, and ἀράδηται: κεκόνηται (prob. -κίν- ) , συγκέχυται, Hsch. ; cf. ἄραδος. ἀραδ<ής>ει: θορυβήσει, ταράξει,andἀράδηται: κεκόνηται(prob.-κίν-), συγκέχυται, Hsch. ; cf.ἄραδ