ἁλικία , ἡ , Dor. for ἡλικία . ἁλικίανες (leg. -κρατες ) :θαλασσομιγεῖς , Hsch. ἀλικίνος: δυνατός , Id. (cf. ἀλεκινός ). ἁλικία,ἡ, Dor. forἡλικία.ἁλικίανες(leg.-κρατες):θαλασσομιγεῖς, Hsch. ἀλικίνος:
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἁλικία , ἡ , Dor. for ἡλικία . ἁλικίανες (leg. -κρατες ) :θαλασσομιγεῖς , Hsch. ἀλικίνος: δυνατός , Id. (cf. ἀλεκινός ). ἁλικία,ἡ, Dor. forἡλικία.ἁλικίανες(leg.-κρατες):θαλασσομιγεῖς, Hsch. ἀλικίνος:
time of life, age ἡλῐκί-α, Ion. -ίη, Dor. ἁλικία,ἡ, (ἧλιξ) A. time of life, age, ἤν πως ἡλικίην αἰδέσσεται ἠδ' ἐλεήσῃ γῆρας Il. 22.419 ; γηραιὸν μέρος ἁλικίας Pi. P. 4.157 ; παρὰ τὸν ἁλικίας ἐο
youthful ἐφήβ-ειος,α,ον, A. youthful, ἁλικία AP 7.427.12 (Antip. Sid.); ἀκμαί Epigr.Gr. 231 (Cnios).