ἁλικία , ἡ , Dor. for ἡλικία . ἁλικίανες (leg. -κρατες ) :θαλασσομιγεῖς , Hsch. ἀλικίνος: δυνατός , Id. (cf. ἀλεκινός ). ἁλικία,ἡ, Dor. forἡλικία.ἁλικίανες(leg.-κρατες):θαλασσομιγεῖς, Hsch. ἀλικίνος:
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἁλικία , ἡ , Dor. for ἡλικία . ἁλικίανες (leg. -κρατες ) :θαλασσομιγεῖς , Hsch. ἀλικίνος: δυνατός , Id. (cf. ἀλεκινός ). ἁλικία,ἡ, Dor. forἡλικία.ἁλικίανες(leg.-κρατες):θαλασσομιγεῖς, Hsch. ἀλικίνος:
mixed with sea-water θᾰλασσο-μῐγής,ές, A. mixed with sea-water, Hsch. s.v. ἁλικίανες .