ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν, Erot. ; cf. ἀρδάλους: εἰκαίους, Hsch. :— also ἄρδαλος: μόλυσμα, Id. ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν, Erot. ; cf.ἀρδάλους: εἰκαίους, Hsch. :— alsoἄρδαλος: μόλυσμα,Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν, Erot. ; cf. ἀρδάλους: εἰκαίους, Hsch. :— also ἄρδαλος: μόλυσμα, Id. ἄρδαλος: ὁ μὴ καθαρῶς ζῶν, Erot. ; cf.ἀρδάλους: εἰκαίους, Hsch. :— alsoἄρδαλος: μόλυσμα,Id.