ἁλώιος , α , ον , = ἁλωεινός , Nic. Th. 113 . Ἁλωίς , v. Ἁλωάς. ἁλώιος,α,ον, A. = ἁλωεινός , Nic. Th. 113 .Ἁλωίς, v. Ἁλωάς.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἁλώιος , α , ον , = ἁλωεινός , Nic. Th. 113 . Ἁλωίς , v. Ἁλωάς. ἁλώιος,α,ον, A. = ἁλωεινός , Nic. Th. 113 .Ἁλωίς, v. Ἁλωάς.
threshing-floor, ἀλωή [ᾰ], Dor. ἀλωά,ἡ, (ἀλέωA, cf. Att. ἅλως) poet.: I. threshing-floor, ἱερὰς κατ' ἀλωάς Il. 5.499 ;μεγάλην κατ' ἀλωήν, ἐϋκτιμένῃ ἐν ἀλωῇ, 13.588 , 20.496 , cf. Hes. Op. 597 .
matricide μητρολῴας (Rec. -αλῴας, in cl., -αλοίας, see B1., § 3, 3; 6, 2), -ου, ὁ (μήτρρ + ἀλοιάω, to smite) __(a) a matricide: 1Ti.1:9 (AV, R, txt., but see infr.); __(b) a smiter of his mother: 1
patricide πατρολῴας (-αλῴας, Rec.; in cl. -αλοίας, see Bl., § 3, 3; 6, 2, and cf. μητρολῴας), -ου, ὁ (πατήρ + ἀλοιάω, to smite), __(a) a parricide: 1Ti.1:9 (Av, R, txt.); __(b) a smiter of his fath
harvest home, ἉλῶαorἉλῷα,ων,τά, (ἅλως) festival of Demeter as inventress of agriculture, A. harvest home, IG 2.834b ii8 , D. 59.116 , Philoch. 161 , Luc. DMeretr. 7.4 .ἁλωαῖος,α,ον, (ἅλως)belongin
go towards, approach, ἐποίχομαι, A. go towards, approach, μνηστῆρας ἐπῴχετο Od. 1.324 ; αἰτίζειν..ἐποιχόμενον μνηστῆρας 17.346 , cf. 6.282 ; ἐ. δόμον ἄλλον Thgn. 353 ;[θεοὺς] τραπέζαις ἐ. draw
shut up in a pen σηκάζω, (σηκός) A. shut up in a pen,καί νύ κε σήκασθεν(forἐσηκάσθησαν) κατὰ Ἴλιον ἠύ̈τε ἄρνες Il. 8.131 ; ὥσπερ ἐν αὐλίῳ σηκασθέντες X. HG 3.2.4 ; σηκάζειν πυρούς τε καὶ ἀστάχυας