ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν ; also ἄωρον, πρόσφατον , Hsch. ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον , Id.; cf. γαυσός . ἐγγέαβλος: νεωκόρος , Id. ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν; alsoἄωρον, πρόσφατον, Hsch. ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον, I
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν ; also ἄωρον, πρόσφατον , Hsch. ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον , Id.; cf. γαυσός . ἐγγέαβλος: νεωκόρος , Id. ἔγγαυρον: νοτερόν, ὑγρόν; alsoἄωρον, πρόσφατον, Hsch. ἔγγαυσον: ἔνσκαμβον, I