ἐεισάμην , ἐείσαο , part. ἐεισάμενος , Ep. aor. of εἴδομαι , v. Εἴδω :— but ἐείσατο , ἐεισάσθην , v. εἴσομαι 11 . ἐεισάμην,ἐείσαο,part. ἐεισάμενος, Ep. aor.ofεἴδομαι, A. v. Εἴδω :— butἐείσατο,ἐεισά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐεισάμην , ἐείσαο , part. ἐεισάμενος , Ep. aor. of εἴδομαι , v. Εἴδω :— but ἐείσατο , ἐεισάσθην , v. εἴσομαι 11 . ἐεισάμην,ἐείσαο,part. ἐεισάμενος, Ep. aor.ofεἴδομαι, A. v. Εἴδω :— butἐείσατο,ἐεισά