ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐλήλᾰκα , ἐλήλαμαι , ἐληλέδατο or ἐλεφαντ-άδατο , v. ἐλαύνω . ἐλήλεγμαι , v. ἐλέγχω . ἐλήλιγμαι , v. ἑλίσσω . ἐλήλῠθα , εἰλήλουθα , ἐλθεῖν , ἐλθέμεν , ἐλθέμεναι , v. ἔρχομαι . ἐλήλᾰκα,ἐλήλαμαι,ἐληλέδα
ἐπέρχομαι , impf. ἐπηρχόμην Th. 4.120 (unless fr. ἐπάρχομαι : Att. impf. is ἐπῇα (but v. ἔρχομαι ) and fut. ἔπειμι ): aor. 2 ἐπῆλθον, Ep. -ήλῠθον : pf. -ελήλυθα : come upon : of persons, approach, c.
go away, depart from, ἀπέρχομαι,fut. -ελεύσομαι( Att. fut. ἄπειμι):pf. -ελήλυθα:aor. -ῆλθον:— A. go away, depart from,c. gen., πάτρης Il. 24.766 ; οἴκου Od. 2.136 , cf. S. OC 1165 , etc.; λόγου
go out from under ὑπεξ-έρχομαι,aor. 2 -ῆλθον, pf. -ελήλυθα:— A. go out from under:go out secretly, withdraw, retire, Th. 8.70 ;Μέγαράδε, Ἀθήναζε, And. 1.15 , D. 59.103 ; πόλεως Plu. Publ. 7 ;ὑ. λ
pass over, cross, ὑπερέρχομαι,aor. 2 -ῆλθον, pf. -ελήλυθα:— A. pass over, cross, τὰς πηγὰς τοῦ ποταμοῦ X. An. 4.4.3 ; τὰ ὄρη Ael. NA 16.21 ; τὴν θάλατταν J. AJ 3.1.5 . II. surpass, excel, ἀρ
ibo ἔρχομαι Il. 13.256 , etc. ( Act. ἔρχωas barbarism, Tim. Pers. 167 ):impf. A. ἠρχόμην Hp. Epid. 7.59 , Arat. 102 , (δι-) Pi. O. 9.93 ; freq. in later Prose, LXX Ge. 48.7 , Ev.Marc. 1.45 , Luc
come προσέρχομαι,impf. A. -ηρχόμην Th. 4.121 (unless fr.προσάρχομαι):fut. -ελεύσομαι Plb. 21.14.6 (but the Att. impf.andfut.are commonlyπροσῄειν, πρόσειμι, q.v.):aor. -ήλυθον, -ῆλθον:pf. -ελήλ