ἐπιοικοδομά , ἡ , v. ἐποικοδομή . ἐπίϝοικος , v. ἔποικος . ἐπιοικοδομά,ἡ, A. v. ἐποικοδομή .ἐπίϝοικος, v. ἔποικος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπιοικοδομά , ἡ , v. ἐποικοδομή . ἐπίϝοικος , v. ἔποικος . ἐπιοικοδομά,ἡ, A. v. ἐποικοδομή .ἐπίϝοικος, v. ἔποικος .
ἐπιέψεται , v. ἐφέπω . ἐπιϝοικία , ἐπίϝοικος , v. ἐποικ- . ἔπιζα: ὄρνεα ( Cypr. ), Hsch. ἐπιζάνω , Ion. for ἐφιζάνω . ἐπιζάξ: ἐπὶ τὰ ἀριστερὰ καὶ ἐπ' εὐθείας , Hsch. (with other expll., cf. ἐπιτάξ ).