ἐπιοικοδομά , ἡ , v. ἐποικοδομή . ἐπίϝοικος , v. ἔποικος . ἐπιοικοδομά,ἡ, A. v. ἐποικοδομή .ἐπίϝοικος, v. ἔποικος .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπιοικοδομά , ἡ , v. ἐποικοδομή . ἐπίϝοικος , v. ἔποικος . ἐπιοικοδομά,ἡ, A. v. ἐποικοδομή .ἐπίϝοικος, v. ἔποικος .
superstructure, ἐποικοδομ-ή, Dor. ἐπιοικοδομά,ἡ, A. superstructure, Tab.Heracl. 1.150 .