ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς , Hsch. ἐτεωνέω: ἀληθεύω , and ἐτεώνια: ἀληθῆ , Id.; cf. ἐτεός . ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς, Hsch. ἐτεωνέω: ἀληθεύω, andἐτεώνια: ἀληθῆ, Id.; cf.ἐτεός.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς , Hsch. ἐτεωνέω: ἀληθεύω , and ἐτεώνια: ἀληθῆ , Id.; cf. ἐτεός . ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς, Hsch. ἐτεωνέω: ἀληθεύω, andἐτεώνια: ἀληθῆ, Id.; cf.ἐτεός.