ἔκθιβος and ἔκθροιβος: τὸ λῶμα τοῦ χιτῶνος, Hsch. ; cf. ὄχθοιβος. ἔκθιβοςandἔκθροιβος: τὸ λῶμα τοῦ χιτῶνος, Hsch. ; cf.ὄχθοιβος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἔκθιβος and ἔκθροιβος: τὸ λῶμα τοῦ χιτῶνος, Hsch. ; cf. ὄχθοιβος. ἔκθιβοςandἔκθροιβος: τὸ λῶμα τοῦ χιτῶνος, Hsch. ; cf.ὄχθοιβος.
speak out loud, ἐκθροέω, A. speak out loud, Poll. 6.207 . II. Pass. ,to be startled out of, τῶν ὕπνων Gal. 16.221 .ἔκθροιβος, v. ἔκθιβος.