ἱλέομαι , ἱλεόομαι [ῑ] , v. ἱλάομαι . ἰλεός [ ῑ], ὁ ,= εἰλεός 1 and 11 , Hsch. ἵλεος , = ἵλαος ; and ἵλεως , ων , Att. for ἵλαος (q.v.). ἱλέομαι,ἱλεόομαι [ῑ], A. v. ἱλάομαι .ἰλεός[ῑ],ὁ ,= εἰλεός 1
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἱλέομαι , ἱλεόομαι [ῑ] , v. ἱλάομαι . ἰλεός [ ῑ], ὁ ,= εἰλεός 1 and 11 , Hsch. ἵλεος , = ἵλαος ; and ἵλεως , ων , Att. for ἵλαος (q.v.). ἱλέομαι,ἱλεόομαι [ῑ], A. v. ἱλάομαι .ἰλεός[ῑ],ὁ ,= εἰλεός 1
ἱλάομαι [ ῐλᾰ ], Ep. pres. for ἱλάσκομαι, ταύροισι καὶ ἀρνειοῖς ἱλάονται Il. 2.550 ; ἱλάεσθαι A.R. 2.847 :—also ἱλέομαι , A. Supp. 117 (lyr.): ἱλεόομαι , Pl. Lg. 804b and later Prose, as Luc. Salt. 17