ὀθέτη: ἅμαξα ἡμιονική, Hsch. (Cf. ὄθιζα. ) ὀθεύει: ἄγει, φροντίζει, Id. (Cf. ὀθρεῖν, and v. sq.) ὀθέω , only ὀθέων: φροντίζων, and ὄθεσαν: ἐπεστράφησαν, Id. ὄθη: φροντίς, ὤρα, φόβος, λόγος, Id. ὄθημον
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀθέτη: ἅμαξα ἡμιονική, Hsch. (Cf. ὄθιζα. ) ὀθεύει: ἄγει, φροντίζει, Id. (Cf. ὀθρεῖν, and v. sq.) ὀθέω , only ὀθέων: φροντίζων, and ὄθεσαν: ἐπεστράφησαν, Id. ὄθη: φροντίς, ὤρα, φόβος, λόγος, Id. ὄθημον
take heed, ὄθομαι, onlypres.andimpf., A. take heed, Hom. only in Il. , and always with neg.: abs., οὐκ ἀλεγίζει οὐδ' ὄθεται Il. 15.107 : c.inf.,οὐκ ὄθεται φίλον ἦτορ ἶσον ἐμοὶ φάσθαιib. 166 , cf.