large stone, boulder, ὀλοίτροχος, Ep. ὀλοοίτροχος,ὁ, A. large stone, boulder, Ἕκτωρ ἀντικρὺ μεμαώς, ὀλοοίτροχος ὣς ἀπὸ πέτρης, ὅν τε κατὰ στεφάνης ποταμὸς χειμάρροος ὤσῃ ῥήξας . . ἔχματα πετρης Il
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
large stone, boulder, ὀλοίτροχος, Ep. ὀλοοίτροχος,ὁ, A. large stone, boulder, Ἕκτωρ ἀντικρὺ μεμαώς, ὀλοοίτροχος ὣς ἀπὸ πέτρης, ὅν τε κατὰ στεφάνης ποταμὸς χειμάρροος ὤσῃ ῥήξας . . ἔχματα πετρης Il
ὀλοοίτροπα: παρὰ Ῥοδίοις ἑπτὰ πλάσματα εἰς θυσίαν, Hsch. ὀλοοίτροχος , v. ὀλοίτροχος. ὀλοοίτροπα: παρὰ Ῥοδίοις ἑπτὰ πλάσματα εἰς θυσίαν, Hsch. ὀλοοίτροχος, A. v. ὀλοίτροχος.
τροχ-ώδης , ες , = τροχοειδής , Apollon. Lex. s.v. ὀλοοίτροχος , Sch. Nic. Th. 166 ; v.l. for χυτρώδης in S. Ichn. 295 ( χυτροιδης text, τροχοιδη[ς] mg. Pap.). τροχ-ώδης,ες, A. = τροχοειδής , Apollo
fly πέτομαι,2 sg. A. πέτεαι Anacr. 9 :impf. ἐπετόμην, Ep. πετ- Il. 5.366 , etc. :fut. πετήσομαι Ar. Pax 77 , cf. 1126 (ἀπο-); shortd.πτήσομαι(ἐκ-) Id. V. 208 , and always in early Prose, (ἀνα-