ὄρχεα , = ὄσχεος , Gal. 19.127 ; ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch. ὄρχεα, A. = ὄσχεος , Gal. 19.127 ;ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὄρχεα , = ὄσχεος , Gal. 19.127 ; ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch. ὄρχεα, A. = ὄσχεος , Gal. 19.127 ;ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch.
ὀσχέα , ὄσχεον , ὄσχεος , v. ὄσχη . ὀσχέα,ὄσχεον,ὄσχεος, A. v. ὄσχη .
ὠσχός , ὁ , in pl. ὠσχοί: τὰ νέα κλήματα σὺν αὐτοῖς τοῖς βότρυσιν, Hsch. , cf. AB 318 : sg., Aristodem. ap. Ath. 11.495f , cf. οἰσχός: κλῆμα βότρυας φέρον ὀργῶντας καὶ γενναίους, καὶ ὀσχοφόρια (v. sq.