συρράδιος , ον , = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf. ὑρράδιος . συρράδιος,ον, A. = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf.ὑρράδιος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
συρράδιος , ον , = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf. ὑρράδιος . συρράδιος,ον, A. = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf.ὑρράδιος.
son of ὑρμίνη: μάχη, πόλις, Theognost. Can. 23 (cf.ὑσμίνη,andὙρμίνη, Il. 2.616 ).ὕρον, A. = σμῆνος , Hsch. ; cf.ὕρους, = σίμβλον , Theognost. Can. 23 : henceὑριατόμος(q.v.).ὕρραδα: σπυρίδιον,ibid.