κεράς(A),άδος,ἡ, poet. fem. ofκεραός, Eust. 1625.45 ; but in Hsch. ,κεραί̈δες: τῶν προβάτων τὰ θήλεα, τὰ ἔνδον ὀδόντας ἔχοντα.
κεράς
Gloss
κεράς (A), άδος , ἡ , poet. fem. of κεραός , Eust. 1625.45 ; but in Hsch. , κεραί̈δες: τῶν προβάτων τὰ θήλεα, τὰ ἔνδον ὀδόντας ἔχοντα .