ἀνάλκ-ιμος , ον , = sq., POxy. 79 . ἀνάλκ-ιμος,ον,=sq., POxy. 79 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνάλκ-ιμος , ον , = sq., POxy. 79 . ἀνάλκ-ιμος,ον,=sq., POxy. 79 .
ἄνθ-ιμος , η , ον , = sq., μελίσσης ἄ. εἶδαρ Orph. L. 735 . ἄνθ-ιμος,η,ον,=sq., A. μελίσσης ἄ. εἶδαρ Orph. L. 735 .
ἀνωφέλ-ιμος , ον , = foreg., Phld. Rh. 2.69 S. ἀνωφέλ-ιμος,ον,=foreg., Phld. Rh. 2.69 S.
ἀποπόμπ-ιμος , ον , = ἀποπομπαῖος, πάθος Ph. 1.75 : ἡμέραι,͂ἀποφράδες, Hsch. ἀποπόμπ-ιμος,ον, A. = ἀποπομπαῖος, πάθος Ph. 1.75 :ἡμέραι,͂ἀποφράδες, Hsch.
ἀποτρόπ-ιμος , ον , = ἀποτρόπαιος , Hsch. s.v. ὀξυθυμία. ἀποτρόπ-ιμος,ον, A. = ἀποτρόπαιος , Hsch. s.v. ὀξυθυμία.
ἁρπᾰ́λ-ιμος , η , ον , = ἁρπακτός, προσφιλής , Hsch. ἁρπᾰ́λ-ιμος,η,ον, A. = ἁρπακτός, προσφιλής , Hsch.
βυρσοδέψ-ιμος , v. βυρσιμώλους . βυρσοδέψ-ιμος, A. v. βυρσιμώλους .
δρόσ-ιμος , ον , = sq., Plu. 2.918a . δρόσ-ιμος,ον,=sq., Plu. 2.918a .
ἐπιμᾰ́χ-ιμος , ον , f.l. for -ος , Arr. An. 4.25.2 . ἐπιμᾰ́χ-ιμος,ον, A. f.l. for -ος , Arr. An. 4.25.2 .
ἐπωφέλ-ιμος , ον , = ἐπωφελής, ἔργα Carm.Aur. 6 . ἐπωφέλ-ιμος,ον, A. = ἐπωφελής, ἔργα Carm.Aur. 6 .
ζῠ́γ-ιμος , ον , = ζύγιος 1 , βοῦς Plb. 34.8.9 . ζῠ́γ-ιμος,ον, A. = ζύγιος 1 , βοῦς Plb. 34.8.9 .
ἡσῠ́χ-ιμος , Dor. ἁσ- ( v.l. ἡσ- ), ον , = ἥσυχος, ἁμέρα Pi. O. 2.32 . ἡσῠ́χ-ιμος, Dor. ἁσ-(v.l. ἡσ-),ον, A. = ἥσυχος, ἁμέρα Pi. O. 2.32 .
καίρ-ῐμος , η , ον , = καίριος , dub. in Macho ap. Ath. 13.581b , cf. Al. Le. 16.21 ; -ώτερος οἶνος PElor. 143.2 (iii A. D.) . καίρ-ῐμος,η,ον, A. = καίριος , dub. in Macho ap. Ath. 13.581b , cf. Al.
κρῠ́φ-ιμος , ον , = κρύφιος , Man. 1.159 , al., PMag.Par. 1.1353 , PMag.Lond. 122.15 , Cat.Cod.Astr. 8(4).185 : Comp. , Dam. Pr. 275 . κρῠ́φ-ιμος,ον, A. = κρύφιος , Man. 1.159 , al., PMag.Par. 1.135
κύδ-ῐμος [ ῡ], ον , = κυδάλιμος , epith. of Hermes, h.Merc. 46 , al., Hes. Th. 938 ; ἄεθλα Pi. O. 14.24 . κύδ-ῐμος[ῡ],ον, A. = κυδάλιμος , epith. of Hermes, h.Merc. 46 , al., Hes. Th. 938 ; ἄεθλα P
νηφᾰ́λ-ιμος , ον , = sq., Orac. ap. Phleg. Fr. 36.10 J. νηφᾰ́λ-ιμος,ον,=sq., Orac. ap. Phleg. Fr. 36.10 J.
ὄμβρ-ῐμος , η , ον , = sq., ὕδωρ PMag.Lond. 121.224 . f.l. for ὄβριμος (q.v.). ὄμβρ-ῐμος,η,ον,=sq., A. ὕδωρ PMag.Lond. 121.224 . II. f.l. for ὄβριμος (q.v.).
ὀπώρ-ιμος , = ὀπωρικός , Anon. ap. Suid. ὀπώρ-ιμος, A. = ὀπωρικός , Anon. ap. Suid.
παραφρόν-ιμος , ον , = παράφρων , S. OT 691 (lyr.). παραφρόν-ιμος,ον, A. = παράφρων , S. OT 691 (lyr.).
φόρτ-ῐμος , η , ον , = φορτικός 1 , πλοῖον Sch. Ar. Av. 599 . φόρτ-ῐμος,η,ον, A. = φορτικός 1 ,πλοῖονSch. Ar. Av. 599 .
ill-timed ἀκαίρ-ιμος,η,ον, A. ill-timed: prov., ὅ τι κ' ἐπ' ἀκαιρίμαν γλῶσσαν ἔλθῃ quicquid in buccam venerit, Lyr.Adesp. 86A.
wholesome, healing ἀκέσ-ιμος,ον, (ἀκέομαι) A. wholesome, healing, Plu. 2.956f .
to be delayed, ἀναβόλ-ιμος,ον, A. to be delayed, δίκαι Hsch.
to be distributed afresh, ἀναδάσ-ιμος,ον, A. to be distributed afresh,Sch.Ven. Il. 1.300 .