βλεφᾰρο-τό- μον , τό , surgical instrument, Hermes 38.280 . βλεφᾰρο-τό- μον,τό, surgical instrument, Hermes 38.280 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βλεφᾰρο-τό- μον , τό , surgical instrument, Hermes 38.280 . βλεφᾰρο-τό- μον,τό, surgical instrument, Hermes 38.280 .
δέκ-το , v. δέχομαι. δέκ-το, A. v. δέχομαι.
hair-strung, τρῐ́χο-το[νος,ον, A. hair-strung, καταπάλταιprob. in IG 22.1467.51 , al.(iv B. C.).
θρέττε , τό ,= τὸ θρασύ, οὐκ ἔνι μοι τὸ θ ., barbarism in Ar. Eq. 17 . θρέττε,τό,=τὸ θρασύ, οὐκ ἔνι μοι τὸ θ., barbarism in Ar. Eq. 17 .
καθετ-ήριον (sc. ὄργανον ), τό , = καθετήρ 1 , f.l. in Hp. Mul. 2.157 ; τὸ ὄργανον τὸ κ . Aret. CA 2.9 . καθετ-ήριον(sc.ὄργανον),τό, A. = καθετήρ 1 ,f.l. in Hp. Mul. 2.157 ;τὸ ὄργανον τὸ κ. Aret.
παράσιρον , τό , dub. sens., τὸ π. τὸ στυππέϊνον Sammelb. 6801.10 (iii B. C.) . παράσιρον,τό, dub. sens., A. τὸ π. τὸ στυππέϊνον Sammelb. 6801.10 (iii B. C.).
λιμν-ήσιον , τό , = κενταύρειον τὸ μικρόν , Dsc. 3.7 ; = κενταύρειον τὸ μέγα , Ps.- Dsc. 3.6 . = ἀδάρκη , Damocr. ap. Gal. 13.1051 . λιμν-ήσιον,τό, A. = κενταύρειον τὸ μικρόν , Dsc. 3.7 ; = κενταύρε
σορίδιον , τό , Dim. of σορός , Hierocl. Facet. 97 : also σορεῖον or σόρειον , τό , IG 12(8).553 , 556 ( Thasos ); σόριον , τό , CIG 2846.10 ( Aphrodisias ). σορίδιον,τό, Dim. of σορός, Hierocl. Face
expedition, campaign στράτ-ευμα[ᾰ],ατος,τό , A. expedition, campaign, ἐφ' Ἑλλάδα A. Pers. 758 (troch.); τὸ ς. τὸ ἐπὶ Σάμον Hdt. 3.49 ;διέφυγον τὸ ς. escaped the threatenedinvasion, Id. 8.112 , cf
ἀντισκόροδον , τό , = σκόροδον τὸ κύπριον , Plin. HN 19.112 . ἀντισκόροδον,τό, A. = σκόροδον τὸ κύπριον , Plin. HN 19.112 .
inflorescence, ἀπάνθ-ισμα,ατος,τό, A. inflorescence, τὸ ἀκρότατον τῆς ψυχῆς καὶ τὸ ἀ. Olymp. in Alc. p.226C. ;flower pluckedorculled, Eust. 782.21 ;τὸ τερπνὸν τῆς πορφύρας ἀ.,rhetorical descripti
ἀπφίδιον [ φῑ], τό , Sch. Luc. Cat. 12 , and ἀπφίον , τό , Eust. 565.23 , Dim. of ἀπφά ; also ἀπφία Poll. 3.74 , cf. Hsch. ἀπφίδιον[φῑ],τό,Sch. Luc. Cat. 12 , andἀπφίον,τό, Eust. 565.23 , Dim. of ἀπφ
ἀσπῐδ-ίσκιον , τό , IG 2.733 A ii 7 , Dsc. 3.91 , Gal. 14.724 ; and ἀσπῐδ-ισκάριον , τό , Lyd. Mag. 1.11 . ἀσπῐδ-ίσκιον,τό, IG 2.733 A ii 7 , Dsc. 3.91 , Gal. 14.724 ; andἀσπῐδ-ισκάριον,τό, Lyd. Mag.
βωμ-ισκάριον , τό , Dim. of βωμός , IG 14.1030 :—also βωμ-ίσκιον , τό , BGU 162.12 (ii/iii A. D.) . βωμ-ισκάριον,τό, Dim. of βωμός, IG 14.1030 :—alsoβωμ-ίσκιον,τό, BGU 162.12 (ii/iii A. D.).
γαλαίριον , τό , and γαλάτιον , τό , = γάλιον , Dsc. 4.95 . γαλαίριον,τό, andγαλάτιον,τό, A. = γάλιον , Dsc. 4.95 .
custom, habit ἔθος,εος,τό, (ἔθω) A. custom, habit,ἔ. τὸ πρόσθε τοκήων(but prob. f.l. for ἦθος ) A. Ag. 728 (lyr.); τὸ σύνηθες ἔ. S. Ph. 894 ; εἰ τὸ ἔ. συνθήκη Pl. Cra. 435a ; πάτρια ἔ. Id. Plt.
ἐλεγ-ειδάριον , τό , Dim. of ἐλεγεῖον , Petron. 109 : also ἐλεγ-είδιον , τό , Pers. 1.51 . ἐλεγ-ειδάριον,τό, Dim. of ἐλεγεῖον, Petron. 109 : alsoἐλεγ-είδιον,τό, Pers. 1.51 .
ἐμπίσιον: καὶ τὸ βραχὺ καὶ τὸ δαψιλῶς πιεῖν , Hsch. (Fort. ἐμπιεῖν .) ἐμπίσιον: καὶ τὸ βραχὺ καὶ τὸ δαψιλῶς πιεῖν, Hsch. (Fort.ἐμπιεῖν.)
ἐπανά-ρρυμα , ατος , τό , = τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ ἐπίθυμα , AB 417 , cf. Phot. s.v. κρέας. ἐπανά-ρρυμα,ατος,τό, A. = τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ ἐπίθυμα , AB 417 , cf. Phot. s.v. κρέας.
ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές, Id. ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες, Id.; cf. χιλός. ἐπιχιλάδιον: τὸ χιλιοστόν, Hsch. ἐπιχιλές: τὸ ἐλλιπές,Id.ἐπιχιλοῦντες: πληροῦντες,Id.; cf.χιλός.
θεο-βρότιον , τό ,= ἀείζων τὸ μικρόν , Ps.- Dsc. 4.89 . θεο-βρότιον,τό,=ἀείζων τὸ μικρόν, Ps.- Dsc. 4.89 .
θρομβ-εῖον , Ion. θρομβ-ήϊον , τό , Dim. of θρόμβος , Nic. Al. 295 :—also θρομβ-ίον , τό , Dsc. Alex. 25 . θρομβ-εῖον, Ion. θρομβ-ήϊον,τό, Dim. of θρόμβος, Nic. Al. 295 :—alsoθρομβ-ίον,τό, Dsc. Alex
θυάλημα , v. θυήλημα . θυαλόν: τὸ θυτοῖς διαλαβεῖν, θυμιᾶσαι , Hsch. θυάματα: τὸ θύμον, καὶ θυμιάματα , Id. θυάλημα, A. v. θυήλημα .θυαλόν: τὸ θυτοῖς διαλαβεῖν, θυμιᾶσαι, Hsch. θυάματα: τὸ θύμον, κ
ἰθύρ: τὸ σιδήριον τοῦ ἄξονος τὸ τριβόμενον , Hsch. ἰθύρ: τὸ σιδήριον τοῦ ἄξονος τὸ τριβόμενον, Hsch.