δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
δαύακες: θυμάλωπες, Hsch. δαυάς: μέλαινα, καὶ πονηρά, Id. δαῦγος: δασύς, Id. δαύακες: θυμάλωπες, Hsch. δαυάς: μέλαινα, καὶ πονηρά,Id.δαῦγος: δασύς,Id.
dexterity, δεξιότης,ητος,ἡ, A. dexterity,esp. of mind,sharpness, cleverness, σοφίη καὶ δ. Hdt. 8.124 , cf. Ar. Eq. 719 , al.; opp.ἀμαθία, Th. 3.37 . II. = δεξίωσις, δ. καὶ φιλία Paus. 7.7.5 .
δῆ: γῆ, καὶ σιωπᾷ, Hsch. δηαί , = κριθαί (Cret.), EM 264.13 ; cf. δητταί. δῆ: γῆ, καὶ σιωπᾷ, Hsch. δηαί, A. = κριθαί (Cret.), EM 264.13 ; cf.δητταί.
δῃάλωτος , ον , contr. for δηϊάλωτος (q. v.). δηατάχα: καὶ φθορὰ δένδρων, Hsch. δηβοιλοί κιθαρῳδοί, Id. δηγῆρες , = στρουθοί , Id., Suid. , Et.Gud. δῃάλωτος,ον, contr. forδηϊάλωτος(q. v.).δηατάχα: καὶ
popular δημ-ώδης,ες, A. popular:μουσική, σωφροσύνη, in the popular sense, Pl. Phd. 61a , Lg. 710a ; ἀρεταὶ καὶ κακίαι Phld. Rh. 1.217 S. ;hackneyed, κοινὰ καὶ δ. ὀνόματα Longin. 40.2 ; στιχίδια
able to distinguish, δια-γνωστικός,ή,όν, A. able to distinguish, ἀληθῶν καὶ ψευδῶν λόγων S.E. P. 2.229 , cf. Luc. Salt. 74 ; δ. καὶ διακριτικός Id. Herm. 69 , cf. Gal. UP 5.10 ; δ. θεωρία Id. 1
servant, διάκονος [ᾱ], Ion. διήκονος,ὁ, laterδιάκων(q.v.):— A. servant, Hdt. 4.71 , 72 , PFlor. 121.3 (iii A.D.), etc.;messenger, A. Pr. 942 , S. Ph. 497 ; ὄρνιθα καὶ κήρυκα καὶ δ. Id. Fr. 133
δίαλον: φανερόν, and διάλας: τὰς δήλας καὶ φανεράς, Hsch. δίαλον: φανερόν,andδιάλας: τὰς δήλας καὶ φανεράς, Hsch.
measure through, measure out διαμετρ-έω, A. measure through, measure outoroff, χῶρον δ. measurelists for combat, Il. 3.315 ;survey, χώραν OGI 502.12 (Aezani): abs., μετρῶν καὶ δ. καὶ λογιζόμενος
διαφουλλαί: διακοπαί, διαλογαί, Hsch. διαφράγιον: ἀλλοῖον καὶ διάφορον, Id. διαφουλλαί: διακοπαί, διαλογαί, Hsch. διαφράγιον: ἀλλοῖον καὶ διάφορον,Id.
διβάλανα: κάρυα Ποντικά, Hsch. ( διαβ- cod.). δίβαλον: μέλι καὶ μελίκρατον, Id. ( διαβ- cod.). διβάλανα: κάρυα Ποντικά, Hsch. (διαβ-cod.).δίβαλον: μέλι καὶ μελίκρατον,Id. (διαβ-cod.).
διειλοκομπάσας: σκιᾷ καὶ κόμπῳ ἐξαπατήσας, Hsch. διειλοκομπάσας: σκιᾷ καὶ κόμπῳ ἐξαπατήσας, Hsch.
διελίτην: δόλιον, κακοῦργον: καὶ πανταχοῦ διερχόμενον (i.e. διηλύτην ), Hsch. ; cf. διηλίτης. διελίτην: δόλιον, κακοῦργον: καὶ πανταχοῦ διερχόμενον(i.e.διηλύτην), Hsch. ; cf.διηλίτης.
διϊκαδία: ἐπὶ ὁμοίων καὶ ἀπαραλλάκτων, Hsch. διϊκαδία: ἐπὶ ὁμοίων καὶ ἀπαραλλάκτων, Hsch.
wherefore, on which account, διό, Conj., forδι' ὅ, A. wherefore, on which account, Pl. R. 358d , etc.; διὸ δή Th. 2.21 , Pl. Cra. 412a , al.;διὸ καί, διὸ δὴ καί, Id. Phdr. 258e , Smp. 203c ; διόπ
build across, wall off, διοικο-δομέω, A. build across, wall off, Th. 4.69 , 8.90 . 2. to set a partition-wall between:metaph., ἰσθμὸν καὶ ὅρον δ. τῆς τε κεφαλῆς καὶ τοῦ στήθους Pl. Ti. 69e ;δ. το
thirst, δίψα,ης,ἡ, A. thirst, δ. τε καὶ λιμός Il. 19.166 ; πεῖνα καὶ δ. Pl. R. 585a ; δίψῃ ξυνέχεσθαι Th. 2.49 , etc.; of trees, Antiph. 231.6 , PFlor. 176.12 (iii A. D.): pl., Arist. EN 1154
thirst δίψα, ης, ἡ, thirst, δ. τε καὶ λιμός [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 19.166; πεῖνα καὶ δ. 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Respublica” 585a; δίψῃ ξυνέχεσθαι 5th c.BC: Thucydides His
enslave, δουλ-όω, A. enslave, Hdt. 1.27 ; δουλοῖς καὶ σὲ καὶ πᾶσαν πόλιν A. Th. 254 , cf. S. Tr. 467 ; δ. φρόνημα Th. 2.61 :—mostly in Pass. ,to be enslaved, ὑπὸ Πέρσῃσι, ὑπὸ Ἁρπάγου, Hdt. 1.94
to enslave δουλ-όω, enslave, [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 1.27; δουλοῖς καὶ σὲ καὶ πᾶσαν πόλιν 4th-5th c.BC: Aeschylus Tragicus “Septem contra Thebas” 254, compare 5th c.BC: Sophocles Tragicus “
ill-conditioned, surly, peevish δύσ-τροπος,ον, (τρόπος) A. ill-conditioned, surly, peevish, δ. γυναικῶν ἁρμονία E. Hipp. 161 ; δύσκολος καὶ δ. D. 6.30 , Ph. 1.621 ; δ. καὶ σκυθρωπαὶ φύσεις Plu.
ἐβέβλις: θήκη ἀργυρίου, καὶ κίστη , Hsch. ἐβέβλις: θήκη ἀργυρίου, καὶ κίστη, Hsch.
ἐγκρί: κοίλῳ καὶ κενῷ , Hsch. ἐγκρί: κοίλῳ καὶ κενῷ, Hsch.