bridal, νυμφ-ίδιος [ῐ],α,ον, alsoος,ον E. Alc. 885 (lyr.) :— A. bridal, λέκτρων ἅμιλλα, εὐναί, Id. Hipp. 1140 (lyr.),Alc.l.c. ; ᾠδαί Ar. Av. 1729 (lyr.) ; θάλαμοι A.R. 1.1031 , cf. IG 12(8).441
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
bridal, νυμφ-ίδιος [ῐ],α,ον, alsoος,ον E. Alc. 885 (lyr.) :— A. bridal, λέκτρων ἅμιλλα, εὐναί, Id. Hipp. 1140 (lyr.),Alc.l.c. ; ᾠδαί Ar. Av. 1729 (lyr.) ; θάλαμοι A.R. 1.1031 , cf. IG 12(8).441
νυμφο-γέννητος , ον , = foreg., S. Ichn. 35 . νυμφο-γέννητος,ον,=foreg., S. Ichn. 35 .
νυμφο-φόρος , ον , dub. sens. in POxy. 434 . νυμφο-φόρος,ον, dub. sens. in POxy. 434 .
νῠνᾰτός , ά , όν , Cret. for δυνατός, GDI 4992a iii 3 , al. νῠνᾰτός,ά,όν, Cret. forδυνατός, GDI 4992a iii 3 , al.
νῠχ-αῖος , α , ον ,= νύχιος, Theognost. Can. 52 . νῠχ-αῖος,α,ον,=νύχιος, Theognost. Can. 52 .
νῠ́χ-ειος , α , ον , = νύχιος , Orph. H. 9.6 ( νυχία codd.). νῠ́χ-ειος,α,ον, A. = νύχιος , Orph. H. 9.6 (νυχίαcodd.).
νυχθ-ημερήσιος , α , ον , = sq., Tz.ad Hes. Op. 412 . νυχθ-ημερήσιος,α,ον,=sq., Tz.ad Hes. Op. 412 .
νυχθ-ημερινός , ή , όν , = sq., διάστημα Cleom. 1.6 . νυχθ-ημερινός,ή,όν,=sq., A. διάστημα Cleom. 1.6 .
nightly, νύχιος [ῠ],α,ον, alsoος,ον E. IT 1273 (lyr.), Tim. Fr. II, parodied by Macho ap. Ath. 8.341d :— A. nightly,i.e. 1. of persons,doinga thingby night, ν. καταλέξεται Hes. Op. 523 (v.l.), c
νωμ-ήσιμος , ον , f.l. for λωβήσιμος , Nic. Fr. 73.3 . νωμ-ήσιμος,ον, A. f.l. for λωβήσιμος , Nic. Fr. 73.3 .
νωτ-αῖος , α , ον , poet. = νωτιαῖος , Nic. Th. 317 . νωτ-αῖος,α,ον, poet. A. = νωτιαῖος , Nic. Th. 317 .
νωτ-ηγός , όν , ̔ἄγὠ = νωταγωγός, ἵπποι Peripl.M.Rubr. 24 . νωτ-ηγός,όν , ̔ἄγὠ A. = νωταγωγός, ἵπποι Peripl.M.Rubr. 24 .
νώτ-ιος , ον , collat. form of νωτιαῖος, Philox. 2.28 (s.v.l.) ; ν. σπόνδυλοι Ti.Locr. 100a . νώτ-ιος,ον, collat. form ofνωτιαῖος, Philox. 2.28 (s.v.l.) ; A. ν. σπόνδυλοι Ti.Locr. 100a .
ξανθό-λοφος , ον , gloss on φοινικόλοφος , EM 797.39 , Hsch. ( ξανθοῦ λόφου cod.), Suid. ξανθό-λοφος,ον, A. gloss on φοινικόλοφος , EM 797.39 , Hsch. (ξανθοῦ λόφουcod.), Suid.
ξεν-ᾰγωγός , όν , later form for ξεναγός II, f.l. in Th. 2.75 and Plu. Ages. 36 . ξεν-ᾰγωγός,όν, later form forξεναγόςII,f.l. in Th. 2.75 and Plu. Ages. 36 .
ξεν-ηδόχος , ον , = ξενοδόκος , Men. Mon. 402 . ξεν-ηδόχος,ον, A. = ξενοδόκος , Men. Mon. 402 .
of ξεν-ικός,ή,όν, alsoός,όν E. Ion 722 (lyr.) ; Ion. ξεινικός Hdt. 1.77 :— A. oforfor a stranger, of foreign kind,opp.ἀστικός, A. Supp. 618 ; ξ. ἱκτῆρες E. Cyc. 370 (lyr.) ;ξενικά taxes paid by
ξενό-στομος , ον , = ξενόφωνος , Phld. Po. 2.41 . ξενό-στομος,ον, A. = ξενόφωνος , Phld. Po. 2.41 .
ξενό-τροπος , ον , gloss on ἑτερότροπος , Sch. Opp. H. 1.379 . ξενό-τροπος,ον, A. gloss on ἑτερότροπος , Sch. Opp. H. 1.379 .
ξῠλο-γλύφος [γλῠ] , ον , gloss on στυπογλύφος , Hsch. ξῠλο-γλύφος [γλῠ],ον, A. gloss on στυπογλύφος , Hsch.
strong, mighty, ὄβρῐμος,ον, alsoα,ον E. Or. 1454 (lyr.) :— A. strong, mighty,epith. of Ares, Il. 5.845 , al. ; of Achilles, 19.408 ; of Hector, 8.473 ; also of things, ὄ. ἔγχος 3.357 , etc. ; ἄχθο
ὀβρυζ-ιακός , ή , όν , = sq., Stud.Pal. 20.146.9 (v/vi A. D.) . ὀβρυζ-ιακός,ή,όν,=sq., Stud.Pal. 20.146.9 (v/vi A. D.).
ὀγάστριος , ον , = ὁμογάστριος , v. l. in Lyc. 452 ; ὀγάστωρ: ὁμογάστωρ, Hsch. ὀγάστριος,ον, A. = ὁμογάστριος ,v.l. in Lyc. 452 ;ὀγάστωρ: ὁμογάστωρ, Hsch.
ὀγκ-ωτικός , ή , όν , τῶν πραγμάτων dub. l. in Cat.Cod.Astr. 2.164.17 ( ἐγκοπτικός Kroll). ὀγκ-ωτικός,ή,όν , τῶν πραγμάτωνdub. l. in Cat.Cod.Astr. 2.164.17 (ἐγκοπτικόςKroll).