εὐεκτ-ία , ἡ , = εὐεξία , Archyt. ap. Stob. 3.1.110 , 112 . εὐεκτ-ία,ἡ, A. = εὐεξία , Archyt. ap. Stob. 3.1.110 , 112 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εὐεκτ-ία , ἡ , = εὐεξία , Archyt. ap. Stob. 3.1.110 , 112 . εὐεκτ-ία,ἡ, A. = εὐεξία , Archyt. ap. Stob. 3.1.110 , 112 .
εὐεπίη , ἡ , Ion. for εὐέπεια , Hp. Decent. 3 , AP 6.322 ( Leon. ), IG 14.1089 , 2012 Cb 4 . εὐεπίη,ἡ, Ion. forεὐέπεια, Hp. Decent. 3 , AP 6.322 ( Leon. ), IG 14.1089 , 2012 Cb 4 .
εὐεργέτ-εια , ἡ , = εὐεργέτις , UPZ 81 ii 9 , 10 (iv B. C.) . εὐεργέτ-εια,ἡ, A. = εὐεργέτις , UPZ 81 ii 9 , 10 (iv B. C.).
εὐεργετ-ία , ἡ , = εὐεργεσία 11 , Philol. 71.39 (Delph., iii B. C. ). εὐεργετ-ία,ἡ, A. = εὐεργεσία 11 , Philol. 71.39 (Delph.,iii B. C.).
εὐετία , poet. εὐερμ-ίη , ἡ , = foreg., AP 14.121.4 ( Metrod. ). εὐετία, poet.εὐερμ-ίη,ἡ,=foreg., AP 14.121.4 ( Metrod. ).
easy to find in use, current εὐέφικτος,ον, A. easy to find in use, current,ἡ τοῦ ἄρθρου παράθεσις, ἡ εἰς τὸ πληθυντικὸν μετάθεσις, A.D. Synt. 44.26 , 185.21 , prob. in Phld. Rh. 2.254 , cf. 1.63 S.
good, correct style εὐζηλ-ία,ἡ, A. good, correct style(cf.ζῆλος) , ἡ ἐν τοῖς λόγοις εὐ. καὶ καθαριότης Plu. Lyc. 21 .
εὐήδεια , ἡ , prob. f.l. for εὐείδεια , Corn. ND 15 . εὐήδεια,ἡ, prob. A. f.l. for εὐείδεια , Corn. ND 15 .
like an εὐηθ-ικός,ή,όν, A. like an εὐήθης,goodnatured, ironically, Pl. R. 343c , Chrm. 175c . 2. simple, foolish,εὐηθικώτερόν ἐστι ἢ ὥστε. . Arist. Ph. 218b8 , cf. Iamb. Myst. 3.17 .Adv.- κῶς Ar. N
εὐθεῖ: ἥρει , Hsch. εὐθεῖα , ἡ , v. εὐθύς A. 3 . εὐθεῖ: ἥρει, Hsch. εὐθεῖα,ἡ, A. v. εὐθύς A. 3 .
εὐθηλ-ία , ἡ , gloss on εὐθηνία , Suid. εὐθηλ-ία,ἡ, A. gloss on εὐθηνία , Suid.
εὐθήνησις , εως , ἡ , = sq., Phld. Lib. p.110 . (s.v.l.). εὐθήνησις,εως,ἡ,=sq., Phld. Lib. p.110 . (s.v.l.).
εὐθηνιαρχ-ία , ἡ , CPHerm. 7i6 (iii A.D.) . εὐθηνιαρχ-ία,ἡ, CPHerm. 7i6 (iii A.D.).
εὐθηνιαρχ-ικός , ή , όν , στέφανος POxy. 1252v . 17 (iii A.D.) . εὐθηνιαρχ-ικός,ή,όν A. , στέφανος POxy. 1252v . 17 (iii A.D.).
εὐθῠ-καίνα: ἡ σχοῖνος, διὰ τὸ εὐθέως κτείνειν, καὶ δύναται εἶναι εὐθῠ-καίνα: ἡ σχοῖνος, διὰ τὸ εὐθέως κτείνειν, καὶ δύναται εἶναι
εὐθῠ-λογία , ἡ , = εὐθυέπεια , Polem.Phgn. 15 . εὐθῠ-λογία,ἡ, A. = εὐθυέπεια , Polem.Phgn. 15 .
straightness εὐθύτης[ῠ],ητος,ἡ,(εὐθύς) A. straightness, opp.καμπυλότης, Arist. Cat. 10a12 ; opp.περιφέρεια, Id. Mete. 385b30 ;εὐ. τριχῶν, opp.οὐλότης, Id. GA 782a3 ;ἡ εὐ. τῆς τάσεωςthedirection. . ,
εὐιακός , ή , όν , Bacchic , θίασοι APl. 4.289 :—fem. εὐιάς , άδος , AP 9.603 (Antip.); οἴνη IG 3.779 . εὐιακός,ή,όν,Bacchic, A. θίασοι APl. 4.289 :—fem.εὐιάς,άδος, AP 9.603 (Antip.); οἴνη IG 3.7
εὐκάρπ-εια , ἡ , = εὐκαρπία , in dat. - είᾳ ( -ίᾳ codd.), E. Tr. 217 (lyr.); cf. παγκάρπεια . εὐκάρπ-εια,ἡ, A. = εὐκαρπία , in dat. -είᾳ(-ίᾳcodd.), E. Tr. 217 (lyr.); cf.παγκάρπεια.
εὐκάρπ-ησις , εως , ἡ , f.l. for ἐκκάρπησις , Gal. 6.665 . εὐκάρπ-ησις,εως,ἡ, A. f.l. for ἐκκάρπησις , Gal. 6.665 .
contentedness with one's food εὐκολία,ἡ, (εὔκολος) prop. A. contentedness with one's food, Plu. 2.461c ;ἡ περὶ τὴν δίαιταν εὐ. Id. Caes. 17 : but, in earlier authors, 2. of the mind,contentedness, g
Εὐκολίνη , ἡ , epith. of Hecate, Call. Fr. 17 P. Εὐκολίνη,ἡ, epith. of Hecate, Call. Fr. 17 P.
εὐκραίρης , ητος , ὁ , ἡ , = sq., Max. 84 . εὐκραίρης,ητος,ὁ,ἡ,=sq., Max. 84 .
εὐκράς (B), κρᾶτος, ὁ , ἡ , = εὐκέφαλος , Hsch. εὐκράς(B),κρᾶτος,ὁ,ἡ, A. = εὐκέφαλος , Hsch.