ὀρεσσῐ-νόμος , ον , = ὀρεινόμος , Hes. Sc. 407 , Nonn. D. 28.25 . ὀρεσσῐ-νόμος,ον, A. = ὀρεινόμος , Hes. Sc. 407 , Nonn. D. 28.25 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀρεσσῐ-νόμος , ον , = ὀρεινόμος , Hes. Sc. 407 , Nonn. D. 28.25 . ὀρεσσῐ-νόμος,ον, A. = ὀρεινόμος , Hes. Sc. 407 , Nonn. D. 28.25 .
ὀρεσσῐ-πόλος , ον , = ὀρεοπόλος , ib. 13.137 , prob. cj. ib. 14.250 . ὀρεσσῐ-πόλος,ον, A. = ὀρεοπόλος , ib. 13.137 , prob. cj. ib. 14.250 .
ὁρητός , ή , όν , Ion. for ὁρατός, Man. 2.31 , 130 . ὁρητός,ή,όν, Ion. forὁρατός, Man. 2.31 , 130 .
straight up, steep, uphill, ὄρθιος,α,ον, Att. alsoος,ον Th. 5.58 : (ὀρθός) :— A. straight up, steep, uphill, οἶμος Hes. Op. 290 ; πάγοι S. Fr. 89 ; πρόσβασις E. El. 489 ; ὁδός X. An. 1.2.21
ὀρθο-έθειρος , ον , = ὀρθόθριξ , Orph. H. 19.8 . ὀρθο-έθειρος,ον, A. = ὀρθόθριξ , Orph. H. 19.8 .
ὀρθο-κάρηνος [ᾰ] , ον , = ὀρθοκέφαλος , v.l. in Orph. H. 19.8 . ὀρθο-κάρηνος [ᾰ],ον, A. = ὀρθοκέφαλος ,v.l. in Orph. H. 19.8 .
ὀρθο-κέρᾱτος , ον , = sq., Apollon. Lex. and Hsch. s.v. ὀρθοκραιράων. ὀρθο-κέρᾱτος,ον,=sq., Apollon. Lex. and Hsch. A. s.v. ὀρθοκραιράων.
ὀρθό-κυλλος , ον , = sq., Gal. 18(1).636 . ὀρθό-κυλλος,ον,=sq., Gal. 18(1).636 .
ὀρθό-πνοος , ον , contr. ὀρθό-πνους , ουν , = foreg., Id. Mul. 2.126 . ὀρθό-πνοος,ον, contr. ὀρθό-πνους,ουν,=foreg., Id. Mul. 2.126 .
ὀρθρ-ίδιος [ρῐ] , η , ον , poet. for ὄρθριος, AP 5.2 (Antip. Thess.). ὀρθρ-ίδιος [ρῐ],η,ον, poet. forὄρθριος, AP 5.2 (Antip. Thess.).
ὀρί-γονος [ῐ] , ον , = Ὀρ<> ιγενής , πεῦκαι Tim. Pers. 88 . ὀρί-γονος [ῐ],ον,= Ὀρ<>ιγενής, πεῦκαι Tim. Pers. 88 .
ὀρι-πλαγκτος , ον , v. ὀρείπλαγκτος. ὀρι-πλαγκτος,ον, A. v. ὀρείπλαγκτος.
ὀρι-πλανής , ές , and ὀρί-πλανος , ον , v. ὀρειπλ-. ὀρι-πλανής,ές, andὀρί-πλανος,ον, A. v. ὀρειπλ-.
ὀρι-τρεφής , ές , and ὀρί-τροφος , ον , v. ὀρειτρ-. ὀρι-τρεφής,ές, andὀρί-τροφος,ον, A. v. ὀρειτρ-.
belonging to an oath, ὅρκ-ιος,ον, rarelyα,ον E. Med. 208 (lyr.):— A. belonging to an oath,i.e. 1. sworn, bound by oath, δικαστὰς ὁ. αἱρουμένη(so Casaub.) A. Eu. 483 ;ὅ. λέγωI speakon oath, S. Ant.
ὀρνεο-σκόπος , ον , = ὀρνιθοσκόπος , Vett.Val. 4.14 , Sch.D Il. 1.69 , prob. l. in Paus.Dam. p.157 D. ὀρνεο-σκόπος,ον, A. = ὀρνιθοσκόπος , Vett.Val. 4.14 , Sch.D Il. 1.69 , prob. l. in Paus.Dam. p.1
ὀρνεο-τρόφος , ον , = ὀρνιθοτρόφος , Cat.Cod.Astr. 1.166 , BGU 725.7 ( 615 A. D. ). ὀρνεο-τρόφος,ον, A. = ὀρνιθοτρόφος , Cat.Cod.Astr. 1.166 , BGU 725.7 ( 615 A. D. ).
of ὀρνῑ́θ-ειος,α,ον, alsoος,ον, Ar. Av. 865 :— A. oforbelonging to a bird, οἰκίσκος bird-cage, Id. Fr. 405 ;κρέα ὀ. fowl'sflesh,chicken, Id. Ra. 510 , Nu. 339 , X. An. 4.5.31 , Arist. EN 1141b20 : a
ὀροιβάδες: αἱ αἶγες, Hsch. ὀροικλάνοι: ὀξύσχοινοι, Id. ὀροιτύπος [ῠ] , ον , v. ὀρειτύπος. ὀροιβάδες: αἱ αἶγες, Hsch. ὀροικλάνοι: ὀξύσχοινοι,Id.ὀροιτύπος [ῠ],ον, A. v. ὀρειτύπος.
ὀρόφ-ιος , α , ον , = ὀροφικός, [λίθοι] Supp.Epigr. 4.446.9 (Didyma, iii B.C. ). ὀρόφ-ιος,α,ον, A. = ὀροφικός, [λίθοι] Supp.Epigr. 4.446.9 (Didyma,iii B.C.).
ὀρτῠγόκοπ-ος , ον , = foreg., Pl.Com. 108 , cf. Sch. Ar. Av. 1297 . ὀρτῠγόκοπ-ος,ον,=foreg., Pl.Com. 108 , cf. Sch. Ar. Av. 1297 .
orphan, without parents, fatherless, ὀρφᾰνός,ή,όν, alsoός,όν E. Hec. 149 (anap.):— A. orphan, without parents, fatherless, αἱ δ' ἐλίποντο ὀρφαναί Od. 20.68 ; ὀ. τέκνα Hes. Op. 330 ; παῖδά τ' ὀ.
Orpheus, Ὀρφεύς,έως,ὁ, Dor. Ὄρφης Ibyc. 10 A,ὈρφήνHdn.Gr. 1.14 :— A. Orpheus, Pi. P. 4.177 , Pl. R. 364e , etc.:—Adj. Ὀρφεῖος,α,ον, E. Alc. 969 (lyr.), Pl. Lg. 829e ; orὈρφικός,ή,όν, Hdt. 2.81 ; ἐ
ὁσᾰ-πλάσιος [πλᾰ] , ον , = sq., Archim. Sph.Cyl. 1.2 , Iamb. in Nic. p.97 P. ὁσᾰ-πλάσιος [πλᾰ],ον,=sq., Archim. Sph.Cyl. 1.2 , Iamb. in Nic. p.97 P.