πτερό-φῠτος , ον ,= πτεροφυής , Sch. Ar. Eq. 1341 . πτερό-φῠτος,ον,=πτεροφυής, Sch. Ar. Eq. 1341 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
πτερό-φῠτος , ον ,= πτεροφυής , Sch. Ar. Eq. 1341 . πτερό-φῠτος,ον,=πτεροφυής, Sch. Ar. Eq. 1341 .
πτολι-πόρθιος , ον , = sq., of Odysseus, Od. 9.504 . πτολι-πόρθιος,ον,=sq., of Odysseus, Od. 9.504 .
πτυελ-ίζω , πτυελ-ισμός , πτύελ-ον , πτυελ-ώδης , v. πτυαλίζω , etc. πτυελ-ίζω,πτυελ-ισμός,πτύελ-ον,πτυελ-ώδης, A. v. πτυαλίζω , etc.
πτῠ́χ-ιος , α , ον , = πτυκτός , EM 64.28 . πτῠ́χ-ιος,α,ον, A. = πτυκτός , EM 64.28 .
beggar πτωχός,ή,όν, alsoός,όν A. Ag. 1274 , S. OC 444 , 751 :— A. beggar, Od. 14.400 , 18.1 , Hdt. 3.14 , etc.; πρὸς γὰρ Διός εἰσιν ἅπαντες ξεῖνοί τε πτωχοί τε Od. 6.208 , cf. 17.475 ; πτωχὸς πτωχ
πῠγωνιαῖος , α , ον , v. πυγονιαῖος . πῠγωνιαῖος,α,ον, A. v. πυγονιαῖος .
Πῡθό-νῑκος , ον , = Πυθιόνικος , Pi. P. 11.43 . Πῡθό-νῑκος,ον, A. = Πυθιόνικος , Pi. P. 11.43 .
Πῡθῷος , α , ον ,= Πύθιος , St.Byz. Πῡθῷος,α,ον,=Πύθιος, St.Byz.
πῠκῐνό-ρριζος , ον , ̔ῥίζἆ πυκνόρριζος , Id. Oss. 16 . πῠκῐνό-ρριζος,ον , ̔ῥίζἆ πυκνόρριζος, Id. Oss. 16 .
close, compact. πυκνός,ή,όν, poet. alsoπῠκῐνός,ή,όν, both forms in Ep. (v. infr.) and Lyr., Pi. O. 13.52 ( Sup. ), B. Fr. 1 ; Aeol. πύκνος Sapph. 1.11 , Alc. Supp. 14.9 (πύκινοςis dub. l. Id. 82 );
πῠλάοχος [ ᾱ], ον ,= πυλοῦχος , epith. of Dionysus, Plu. 2.364f . πῠλάοχος[ᾱ],ον ,=πυλοῦχος, epith. of Dionysus, Plu. 2.364f .
πυξίνεος [ ῐ], α , ον ,= πύξινος , AP 6.309 ( Leon. ). πυξίνεος[ῐ],α,ον ,=πύξινος, AP 6.309 ( Leon. ).
πῠρ-ώτερος , α , ον , poet. Comp. of πυρρός (q.v.). πῠρ-ώτερος,α,ον, poet. Comp. of πυρρός(q.v.).
πῠρετ-ικός , ή , όν ,= πυρεκτικός , Ptol. Tetr. 85 . πῠρετ-ικός,ή,όν,=πυρεκτικός, Ptol. Tetr. 85 .
producing fire πῠρῐ-γόνος,ον, A. producing fire, Plu. Alex. 35 . II. proparox.πυρίγονος,ον , Pass. ,fire-engendered, Ael. NA 2.2 ;τὰ π. Ph. 1.263 , 2.500 .
πῠρῐ́-δειπνος , ον ,= foreg., prob. to be written divisim in Call. Fr. 346 . πῠρῐ́-δειπνος,ον,= foreg., prob. to be written divisim in Call. Fr. 346 .
πῠρί-πνευστος , ον ,= πυρίπνοος, ὀϊστοί Musae. 88 (v.l.). breathed on by fire , λέβητες Nonn. 33.6 , cf. IPE 12.274 (Olbia, i A.D. , dub.). πῠρί-πνευστος,ον,= A. πυρίπνοος, ὀϊστοί Musae. 88 (v.l.)
πῠρί-πολος , ον ,= πύρπολος , PMag.Par. 1.590 . πῠρί-πολος,ον,=πύρπολος, PMag.Par. 1.590 .
gendered in fire πῠρι-σπόρος,ον,= foreg., PMag.Par. 1.596 . II. proparox.πυρίσπορος,ον ,gendered in fire, Orph. H. 45.1 , Opp. C. 4.304 .
πύριος [ ῠ], α , ον ,= πύρινος ( πῦρ ), Iamb. Myst. 2.7 , Dam. Pr. 9 . Adv. -ίως Iamb. Myst. 2.4 (s.v.l.). πύριος[ῠ],α,ον ,=πύρινος(πῦρ), Iamb. Myst. 2.7 , Dam. Pr. 9 .Adv. A. -ίως Iamb. Myst. 2.4
πῠρο-μάχος [ ᾰ], ον ,= πυριμάχος , Thphr. Lap. 9 . πῠρο-μάχος[ᾰ],ον ,=πυριμάχος, Thphr. Lap. 9 .
flame-coloured, yellowish-red πυρρός,ά( Ion. ή),όν, but Trag. and Dor. πυρσός,ή( Dor. ά),όν, E. Ph. 32 , HF 361 (lyr.), Mosch. 2.70 , cj. in A. Pers. 316 ; rare in Prose, Plu. Pel. 22 : (πῦρ):— A.
πυρρότρῐχος , ον , = πυρρόθριξ , Theoc. 8.3 . πυρρότρῐχος,ον, A. = πυρρόθριξ , Theoc. 8.3 .
πυρσός (B), ή , όν , v. πυρρός . πυρσός(B),ή,όν, A. v. πυρρός .