of πᾰνηγῠρ-ικός,ή,όν, A. oforfor a public festivalorassembly, οἱ ὄχλοι οἱ π. Isoc. 12.263 ;πολυτέλεια, κόσμος, Plu. 2.608f . II. generally,solemn, festive,λόγος festival oration, such as those pro
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
of πᾰνηγῠρ-ικός,ή,όν, A. oforfor a public festivalorassembly, οἱ ὄχλοι οἱ π. Isoc. 12.263 ;πολυτέλεια, κόσμος, Plu. 2.608f . II. generally,solemn, festive,λόγος festival oration, such as those pro
misuse, abuse παραχράομαι, A. misuse, abuse, οἱ μὲν οὐ χρῶνται, οἱ δὲ παραχρῶνται Arist. Fr. 56 ; χρῶ μὴ παραχρώμενος Ph. 2.61 : c. dat., π. τῷ σώματι Plb. 6.37.9 , etc.; π. ὥσπερ ἀνδραπόδοις
sojourning παροικ-ία,ἡ, ( A. πάροικος 11 )sojourningin a foreign land, LXX Wi. 19.10 , Act.Ap. 13.17 ;οἱ ἐν τῇ π., = οἱ ἐκτός , LXX Si.Prol.
sojourning παροικ-ία, ἡ, (πάροικος [[ 11)] Refs] sojourning in a foreign land, [[ LXX.Wis.19.10, NT.Act.13.17 ] LXX+NT]; οἱ ἐν τῇ π., ={οἱ ἐκτός}, [[ LXX “Si.Prol.” ] Refs]
Πάταικοι , οἱ , Phoenician deities of dwarfish shape, whose images formed the figure-heads of Phoenician ships, Hdt. 3.37 ; χρυσί' . . ἄπεφθα τοῖς Π. ἐμφερῆ Com.Adesp. 423 . Πάταικοι,οἱ, Phoenician de
παυνί : μικρόν, οἱ δὲ μέγα ἢ ἀγαθόν , Hsch. παῦνις : ἀπόχρεως , Id. παῦνον: μέγα , Id. παυράκις: ὀλιγάκις ἢ οὐδὲν ὅλως , Id. παυρακίς , = ἡ πέμπτη (Samothrac.), Id. παυνί:μικρόν, οἱ δὲ μέγα ἢ ἀγαθόν,
skilled in the use of the πελτ-αστικός,ή,όν, A. skilled in the use of the πέλτη, Pl. Tht. 165d ;οἱ π. Id. Prt. 350a :ἡ -κή(sc.τέχνη)tactics of a targeteer, Id. Lg. 813e ;τὸ -κόν, = οἱ
πεντηκοντόστολον: ὅπου οἱ δραπέται ἀνάγονται , Hsch. πεντηκοντόστολον: ὅπου οἱ δραπέται ἀνάγονται, Hsch.
partridge πέρδιξ, Cret.πήριξ Hsch. ,ῑκος S. Fr. 323 , Nicopho 18 ,ῐκος Archil. 106 , Epich. 84 ,ὁandἡ:— A. partridge, Ar. Av. 767 ;οἱ ὄρτυγες καὶ οἱ π. X. Mem. 2.1.4 ;σκοπέλων μετανάστρια π. AP 7.
περικτίται [τῐ] , ῶν , οἱ ,=foreg., Od. 11.288 . περικτίται [τῐ],ῶν,οἱ,=foreg., Od. 11.288 .
Περφερέες , οἱ , name of the five officers who escorted the Hyperborean maidens to Delos, Hdt. 4.33 (vv.ll. Περιφερέες, Περφέρες , cf. Πέρφερες: θεωροί , Hsch. ). Περφερέες,οἱ, name of the five office
Πηλᾰγόνες , οἱ , v. πηλόγονος . πῆλαι , v. πάλλω . Πηλᾰγόνες,οἱ, A. v. πηλόγονος .πῆλαι, v. πάλλω .
adjacent, bordering upon, πλησῐόχωρος,ον, A. adjacent, bordering upon, τισι Hdt. 3.97 : more freq. abs.,οἱ π.ib. 89 , 4.13 , al., Pl. Lg. 737c ; οἱ π. βάρβαροι Th. 2.68 : sg., τὸν σαυτοῦ π. Ar. V
πλούσιον: θαλασσιοειδές, οἱ δὲ τὸ ὕδωρ, Hsch. πλούσιον: θαλασσιοειδές, οἱ δὲ τὸ ὕδωρ, Hsch.
producing much offspring, prolific, πολῠ́-γονος,ον, A. producing much offspring, prolific, Hdt. 3.108 ; γένος Hp. Aër. 19 , cf. A. Supp. 692 (lyr.); π. διχῶς, οἱ μὲν τῷ πολλάκις, οἱ δὲ τῷ πολλά
πορτιφόροι: οἱ αἴροντες τὰ κόρροια ἐπὶ τῶν ὤμων, Hsch. πορύναν: μαγίδα; and πορύνωμεν μᾶζαν: τῇ χειρὶ προσπιέζωμεν, Id. πορφίτῳ: περόνῃ, Id. πορτιφόροι: οἱ αἴροντες τὰ κόρροια ἐπὶ τῶν ὤμων, Hsch. πο
how many times? how often? ποσάκις [ᾰ],Adv. A. how many times? how often? Pl. Ep. 353d ; poet.ποσσάκι Call. Dian. 119 . II. Indef.,so many times, οἱ π. ποσοὶ [ἀριθμοί],i.e.squarenumbers, and οἱ π.
ποῦαν: οἱ κύαμοι ἑφθοί, Hsch. (leg. πούανοι: κ. ἑ., cf. πύανος ). ποῦαν: οἱ κύαμοι ἑφθοί, Hsch. (leg.πούανοι: κ. ἑ.,cf.πύανος).
πρό-κληροι , οἱ , dub. sens. in Rev.Ét.Gr. 19.131 ( Aphrodisias ). πρό-κληροι,οἱ, dub. sens. in Rev.Ét.Gr. 19.131 (Aphrodisias).
προικός: πονηρός, οἱ δὲ μωρός, Hsch. (leg. πρόκος or πρόκοος ); = πτωχός , Id. (leg. προί̈κτης ). προικός: πονηρός, οἱ δὲ μωρός, Hsch. (leg.πρόκοςorπρόκοος); A. = πτωχός , Id. (leg.προί̈κτης).
πρόσκῠνες , οἱ , f.l. for πρόκυνες , v. Προκύων . πρόσκῠνες,οἱ, A. f.l. for πρόκυνες , v. Προκύων .
πτύσχλοι and πτύχλοι , οἱ , = ὑποδημάτιόν τι , Phot. ; πτύοχλον (leg. πτύσχλον ), = ὑπόδημα ἀνδρεῖον , Hsch. : cf. ἕπτυσχλοι (quod fort. legend.). πτύσχλοιandπτύχλοι,οἱ, A. = ὑποδημάτιόν τι , Phot.
Πῡθιασταί , οἱ , = Πυθαϊσταί , Hsch. s.v. ἀστραπὴ δι' Ἅρματος . Πῡθιασταί,οἱ, A. = Πυθαϊσταί , Hsch. s.v. ἀστραπὴ δι' Ἅρματος .
Πῠληγόροι : τελῶναι, καὶ οἱ τῶν πανηγύρεων ἐπιμεληταί , Hsch. ; cf. Πυλαγόρος . Πῠληγόροι:τελῶναι, καὶ οἱ τῶν πανηγύρεων ἐπιμεληταί, Hsch. ; cf.Πυλαγόρος.