κραμβατέλος: ξηρὸς καὶ καπυρός , Hsch. κραμβατέλος: ξηρὸς καὶ καπυρός, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κραμβατέλος: ξηρὸς καὶ καπυρός , Hsch. κραμβατέλος: ξηρὸς καὶ καπυρός, Hsch.
rod of cherry-wood, κράνος(B) [ᾰ],ου,ἡ , later form forκράνον, Gp. 7.35.1 . 2. rod of cherry-wood, PTeb. 39.31 (ii B. C.);χιτῶνί καὶ κράνῳ καὶ πιλίῳib. 230 (ii B. C.)(here perh. = κράνος A).
κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος , Hsch. κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος, Hsch.
κρᾰτιστ-ής , οῦ , ὁ , = κρατητής, ὦ βασιλέων κύριοι καὶ κρατισταί PMag.Leid.V. 7.15 . κρᾰτιστ-ής,οῦ,ὁ, A. = κρατητής, ὦ βασιλέων κύριοι καὶ κρατισταί PMag.Leid.V. 7.15 .
κραυγ-ανάομαι , = foreg., παιδίον ἀσπαῖρόν τε καὶ κραυγανώμενον ( v.l. - γόμενον ) Hdt. 1.111 , cf.Sch. Call. Aet.Oxy. 2079.20 . κραυγ-ανάομαι,=foreg.,παιδίον ἀσπαῖρόν τε καὶ κραυγανώμενον(v.l.-γόμενο
κρημοφόρος , ὁ , dub. sens., οἰνοχόαι καὶ κρημοφόροι IG 22.1425.358 . κρημοφόρος,ὁ, dub. sens., A. οἰνοχόαι καὶ κρημοφόροι IG 22.1425.358 .
κρίθα: κρίθινον, καὶ ἵππου ἀρρώστημα , Hsch. κρίθα: κρίθινον, καὶ ἵππου ἀρρώστημα, Hsch.
κρόβαλος: ὁ μαλλὸς τῶν παιδίων, καὶ αἱ τρίχες τῶν αἰδοίων , Hsch. κροβάντιον: πολίον , Id. κρόβαλος: ὁ μαλλὸς τῶν παιδίων, καὶ αἱ τρίχες τῶν αἰδοίων, Hsch. κροβάντιον: πολίον, Id.
κρωτάνεροι: βάναυσοι πολῖται, καὶ ἐξελευθεριῶται , Hsch. κρωτάνεροι: βάναυσοι πολῖται, καὶ ἐξελευθεριῶται, Hsch.
glory, renown κῦδος,εος,τό, A. glory, renown, esp. in war, ὡς ἄν μοι τιμὴν . . καὶ κ. ἄρηαι Il. 16.84 ; ἐκ δὲ Διὸς τιμὴ καὶ κ. ὀπηδεῖ 17.251 ;Ἕκτορι κ. ὄπαζεν(sc.Ἀπόλλων) 16.730 ; ὁπποτέροισι πατ
dignity κῦδος, εος, τό, glory, renown, especially in war, ὡς ἄν μοι τιμὴν.. καὶ κ. ἄρηαι [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 16.84; ἐκ δὲ Διὸς τιμὴ καὶ κ. ὀπηδεῖ 17.251 ] Refs 8th c.BC+]; Ἕκτο
flow κῡμᾰ́τ-ωσις,εως,ἡ, A. flowof the tide, Str. 1.3.8 ; κλύδων καὶ κ. Ph. 1.14 : metaph.,κυματώσεις καὶ στροφαί, of life, Id. Fr. 63 H.
κύστεροι: ἀγγεῖα τῶν μελισσῶν, καὶ τυρίσκοι (frot. ὑρίσκοι ), Hsch. κύστεροι: ἀγγεῖα τῶν μελισσῶν, καὶ τυρίσκοι(frot.ὑρίσκοι), Hsch.
κώκαλον: παλαιόν, καὶ εἶδος ἀλεκτρυόνος , Hsch. κώκαλον: παλαιόν, καὶ εἶδος ἀλεκτρυόνος, Hsch.
λααν: . . καὶ θυλάκιον, ἐν ᾧ οἱ ἡνίοχοι τὰς μάστιγας ἀποτίθενται , Hsch. , cf. Poll. 7.116 (where the same thing is called σάργαλος ). λααν:. .καὶ θυλάκιον, ἐν ᾧ οἱ ἡνίοχοι τὰς μάστιγας ἀποτίθενται, H
λᾰπάζειν: ἐκκενοῦν, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὄρυγμα , Hsch. (cf. λαπάσσω ). λᾰπάζειν: ἐκκενοῦν, ἀφ' οὗ καὶ τὸ ὄρυγμα, Hsch. (cf.λαπάσσω).
Λασίσματα: ὡς σοφιστοῦ τοῦ Λάσου καὶ πολυπλόκου , Hsch. λασιτός: κίναιδος, ἢ Λασίσματα: ὡς σοφιστοῦ τοῦ Λάσου καὶ πολυπλόκου, Hsch. λασιτός: κίναιδος, ἢ
λάττα: μυῖα (Polyrrhen.), Hsch. λα<τ>ταία: παραξιφίς, καὶ ἡ περὶ ζώνην μάχαιρα , Id. λάττα: μυῖα(Polyrrhen.), Hsch. λα<τ>ταία: παραξιφίς, καὶ ἡ περὶ ζώνην μάχαιρα, Id.
λεμβάρχ-οι: λιπόδερμοι. ( καὶ οἱ ἐφολκίοις πλέοντες ), Hsch. (cf. λέπανος ). λεμβάρχ-οι: λιπόδερμοι.(καὶ οἱ ἐφολκίοις πλέοντες), Hsch. (cf.λέπανος).
λεπέω or λεπόω , impf. ἐλέπουν: οἷον ἐλέπιζον τύπτων καὶ μαστιγῶν , Hsch. λεπέωorλεπόω,impf. ἐλέπουν: οἷον ἐλέπιζον τύπτων καὶ μαστιγῶν, Hsch.
λεπτυξίς: ἀπὸ τοῦ λέπους, καὶ τῆς χωρίσεως , Hsch. λεπτυξίς: ἀπὸ τοῦ λέπους, καὶ τῆς χωρίσεως, Hsch.
λεσχ-αίνω , = foreg., - ουσά τε καὶ ἀκούουσα καλά Perict. ap. Stob. 4.28.19 , cf. Call. Fr. 98b . λεσχ-αίνω,=foreg., - A. ουσά τε καὶ ἀκούουσα καλά Perict. ap. Stob. 4.28.19 , cf. Call. Fr. 98b .
leprosy λεύκ-η,ἡ, a cutaneous disease, so called from its colour: a kind of A. leprosyorelephantiasis, λέπρην ἢ λεύκην ἔχειν Hdt. 1.138 ; λειχῆνες καὶ λέπραι καὶ λεῦκαι Hp. Prorrh. 2.43 ; λ. ἀλφο
white poplar λεύκ-η, ἡ, a cutaneous disease, so called from its colour: a kind of leprosy or elephantiasis, λέπρην ἢ λεύκην ἔχειν [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 1.138; λειχῆνες καὶ λέπραι καὶ λεῦκ