μυστάδης: εἶδός τι, καὶ φατρία μάντεων , Hsch. μυστάδης: εἶδός τι, καὶ φατρία μάντεων, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μυστάδης: εἶδός τι, καὶ φατρία μάντεων , Hsch. μυστάδης: εἶδός τι, καὶ φατρία μάντεων, Hsch.
μωρίαι: ἵπποι καὶ βοῦς ( Arc. ), Hsch. μωρίαι: ἵπποι καὶ βοῦς( Arc. ), Hsch.
befitting the young, youthful, νεο-πρεπής,ές, (πρέπω) A. befitting the young, youthful, λόγος Pl. Lg. 892d . 2. like a youth, extravagant, ν. καὶ περίεργος,opp.εὐτελὴς καὶ ἀφελής, Plu. TG 2 , cf
strain the sinews, nerve, νευρ-όω, A. strain the sinews, nerve, πάθος καὶ τοὺς ἀσθενεστάτους ν. Ph. 2.48 :— Pass. , σῶμα νεότητι καὶ ἀκμῇ νευρούμενον Alciphr. 3.49 . 2. in Pass. ,to be supplied
have a strange feeling, ξενο-πᾰθέω, A. have a strange feeling, Plu. Phil. 12 ; δυσανασχετεῖν καὶ ξ. Id. 2.607e ;ἀδημονεῖν καὶ ξ.ib. 601c , cf. Sor. 1.81 .
ξυρμεύεσθαι : ἀδιακρίτως λαλεῖν καὶ καυχᾶσθαι ( Att. ), Hsch. ξυρμεύεσθαι : ἀδιακρίτως λαλεῖν καὶ καυχᾶσθαι( Att. ), Hsch.
opinion, οἴ-ημα,ατος,τό, (οἴομαι) A. opinion, D.C. Fr. 12.8 (pl.). II. selfconceit, οἴ. καὶ τῦφος Plu. 2.39d ;οἴ. καὶ ἀλαζονείαib. 43b .
woe, misery, ὀϊζ-ύς, Trag. and later Ion. ( Herod. 7.39 )οἰζύς,ύος,ἡ, A. woe, misery, πόνος καὶ ὀ. Il. 13.2 ; κάματος καὶ ὀ. 15.365 , cf. Hes. Op. 177 : contr. dat.ὀϊζυῖforὀϊζύϊ, Od. 7.270 : ac
ὀλαγμεύειν: ὀλὰς βάλλειν, Phot. ὀλαεῖ: ἐνοχλεῖ, καὶ ὀλαγμεύειν: ὀλὰς βάλλειν, Phot. ὀλαεῖ: ἐνοχλεῖ, καὶ
ὀλαιμεύς: ὁ ( τὸ cod.) τὰς ὀλὰς βάλλων, Id. ὀλαιτοί: σπερμολόγοι, καὶ ὀλαιμεύς: ὁ(τὸcod.)τὰς ὀλὰς βάλλων,Id.ὀλαιτοί: σπερμολόγοι, καὶ
ὀληθείς: ὀδυνηθείς, Id. ὀλήθη: καὶ τὰ ὅμοια, Id. ὀληθείς: ὀδυνηθείς,Id.ὀλήθη: καὶ τὰ ὅμοια,Id.
effeminate, dissolute person ὄλολυς,ὁ, A. effeminate, dissolute person( ὁ γυναικώδης καὶ κατάθεος καὶ βάκηλος Phot. ), Anaxandr. 34.4 , Men. 34 . (On the accent,v. Hdn. Gr. 2.938 .)
ὄλυνος: τὸ ἀπότριμμα, καὶ ἀποκάθαρμα, Hsch. ὄλυνος: τὸ ἀπότριμμα, καὶ ἀποκάθαρμα, Hsch.
ὅμουρα: σεμίδαλις ἑφθή, μέλι ἔχουσα καὶ σησάμην, Hsch. ὅμουρα: σεμίδαλις ἑφθή, μέλι ἔχουσα καὶ σησάμην, Hsch.
ὀπλίας: Λοκροὶ τοὺς τόπους ἐν οἷς συνελαύνοντες ἀριθμοῦσι τὰ πρόβατα καὶ τὰ βοσκήματα, Hsch. ὀπλίας: Λοκροὶ τοὺς τόπους ἐν οἷς συνελαύνοντες ἀριθμοῦσι τὰ πρόβατα καὶ τὰ βοσκήματα, Hsch.
ὀρι-κυπτεῖν: τὸ ἀνατείνεσθαι, καὶ ἐπ' ἄκρων ὀνύχων ἵστασθαι, Hsch. (Cf. ὀρκ-. ) ὀρι-κυπτεῖν: τὸ ἀνατείνεσθαι, καὶ ἐπ' ἄκρων ὀνύχων ἵστασθαι, Hsch. (Cf.ὀρκ-.)
ὀρριδιᾶν: τὸ ἐπὶ τὰ ἰσχία καὶ τοὺς γλουτοὺς πεσεῖν, Hsch. ὄρριον: ὀρίγανον, Id. ὀρριδιᾶν: τὸ ἐπὶ τὰ ἰσχία καὶ τοὺς γλουτοὺς πεσεῖν, Hsch. ὄρριον: ὀρίγανον,Id.
ὁσι-ουργῆσαι: ἀποκαρδιουργῆσαι, καὶ τὸ ἐπιλέγειν ἐν ταῖς θυσίαις, ὅταν ἀπάρχωνται τῶν θεῶν αὐτῶν, Hsch. ὁσι-ουργῆσαι: ἀποκαρδιουργῆσαι, καὶ τὸ ἐπιλέγειν ἐν ταῖς θυσίαις, ὅταν ἀπάρχωνται τῶν θεῶν αὐτῶν
ὄσπρος: ἰδίως τις λέγεται ὡς πιδὸς καὶ ἐρέβινθος, Hsch. (cf. ὄσπριον ). ὄσπρος: ἰδίως τις λέγεται ὡς πιδὸς καὶ ἐρέβινθος, Hsch. (cf.ὄσπριον).
παγάς: γῆ τις ὑπὸ τῶν γεωργῶν , Hsch. πάγασα: θύρα, καὶ παγασαί , Id. παγάς: γῆ τις ὑπὸ τῶν γεωργῶν, Hsch. πάγασα: θύρα, καὶ παγασαί, Id.
παγηνός: ὁ ἐξ ὁδοιπορίας καὶ διωγμοῦ κονιορτός , Hsch. παγηνός: ὁ ἐξ ὁδοιπορίας καὶ διωγμοῦ κονιορτός, Hsch.
παιγν-ιήμων , ον , gen. ονος , = παιγνήμων , Hdt. 2.173 ; τὸ κομψὸν καὶ π. [τοῦ Σωκράτους ] Numen. ap. Eus. PE 14.5 . παιγν-ιήμων,ον, gen.ονος, A. = παιγνήμων , Hdt. 2.173 ;τὸ κομψὸν καὶ π. [τοῦ Σωκ
childhood παιδ-ία, Ion. -ιη, ἡ, A. childhood, = παιδεία 11.1 ; ἐν παιδίῃ καὶ νεότητι Hp. Prorrh. 2.42 ; παιδίας καὶ νηπιότητος χάριν Pl. Lg. 808e ;childishness, ib. 864d .
dancer παίκ-της,ου,ὁ, A. dancerorplayer, AP 7.422 ( Leon. ); δειλοὶ καὶ παῖκται καὶ αἰσχρολόγοι Heph.Astr. 2.2 :—fem.παίκτειρα, Orph. H. 3.9 .