get ready, prepare, ἀρτί-ζω,pf. A. ἤρτικα PMag.Leid.W. 10.42 :—get ready, prepare, AP 10.25 (Antip.),PMag.l.c.:— Med. , χορὸν ἀρτίζοντο Theoc. 13.43 ; πρός τι D.S. 14.20 :— Pass. , πρός τι C
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
get ready, prepare, ἀρτί-ζω,pf. A. ἤρτικα PMag.Leid.W. 10.42 :—get ready, prepare, AP 10.25 (Antip.),PMag.l.c.:— Med. , χορὸν ἀρτίζοντο Theoc. 13.43 ; πρός τι D.S. 14.20 :— Pass. , πρός τι C
without fellow-feeling ἀσυμ-πᾰθής,ές, A. without fellow-feelingorsympathy, ἑαυτῷ Plu. Cor. 21 ; πρός τινα Id. 2.976c , cf. Phld. Herc. 1251.20 , Plot. 2.9.16 , Procl. Inst. 28 ; πρὸς τὸν λόγον
not contributing, useless, ἀσυν-τελής,ές, A. not contributing, useless, τοῖς κοινοῖς Them. Or. 31.352c ; πρός τι Hippiatr.Praef. 2 .Adv. ἀσυντελῶς, ἔχειν πρός τιναςSch. Pi. O. 3.81 . II. = ἀσυ
αὐτο-χρόϊνδον: πρὸς τὸν χρῶτα, Hsch. αὐτο-χρόϊνδον: πρὸς τὸν χρῶτα, Hsch.
ἀψευστ-έω , later form of ἀψευδέω, Plb. 3.111.8 ; πρός τινα Phalar. Ep. 123 . ἀψευστ-έω, later form ofἀψευδέω, Plb. 3.111.8 ; A. πρός τινα Phalar. Ep. 123 .
run to a cry for aid, haste to help βοηδρομ-έω, Dor. βοᾱ-, A. run to a cry for aid, haste to help, πρὸς δόμους E. Or. 1356 ; ἐπ' ἐσχάραν Id. Heracl. 121 ; πρὸς τὸ νικώμενον Plu. Sert. 19 ; σὺν
δεκά-χειλε: πρὸς ἀποδοχὴν ἐπιτήδειον, Hsch. δεκά-χειλε: πρὸς ἀποδοχὴν ἐπιτήδειον, Hsch.
contend, struggle against, διᾰγων-ίζομαι, A. contend, struggle against, τινί, πρός τινα, X. Mem. 3.9.2 , Cyr. 1.6.26 ;ταῦτα δ. πρὸς ἀλλήλουςib. 1.2.12 ; τῷ Διὶ ὑπὲρ εὐδαιμονίας Epicur. Fr. 602 ; ὑ
διαμᾰχ-έω , = διαμάχομαι, πρὸς τὴν ἀνάγκην J. BJ 6.9.4 . διαμᾰχ-έω, A. = διαμάχομαι, πρὸς τὴν ἀνάγκην J. BJ 6.9.4 .
contend hotly, strive earnestly, διαμιλλ-άομαι,fut. A. -ησομαι Str. 17.1.11 :—contend hotly, strive earnestly, δέκα πρὸς δέκα ἀλλήλοις Pl. Lg. 833e ;τινί withone, Id. R. 516e ; πρός τινα Plb.
διολοφύρομαι [ῡ] , strengthd. for ὀλοφύρομαι, πρὸς αὑτόν Plb. 21.26.11 . διολοφύρομαι [ῡ], strengthd. for A. ὀλοφύρομαι, πρὸς αὑτόν Plb. 21.26.11 .
feign ignorance εἰρων-εύομαι, A. feign ignorance, so as to perplex, Arist. Rh. 1379b31 ; πρός τινα Pl. Cra. 384a ; πρὸς ὑμᾶς αὐτούς Din. 2.11 ;banter, Arist. Pol. 1275b27 : generally,dissemble, s
swim out ἐκνήχομαι,aor.I A. ἐξενηξάμην Plb. 38.16.12 :pf. inf. ἐκνενῆχθαι Ath. 7.315d :— = ἐκνέω ,swim outoraway, πρὸς τὴν γῆνPlb.l.c.; εἰς.. Arist. Mu. 398b32 , Luc. DMar. 8.2 ; πρός τινα A
to be embittered, ἐκπικρ-αίνομαι, A. to be embittered,Nic.Dam. p.34 D. ; πρὸς τὴν ἀπειλήν D.H. 19.5 ; πρός τινα J. AJ 5.7.1 ; ἐπί τινι D.H. 4.38 , Ath. 8.351b , etc. 2. =sq. II, Hp. Mul. 2.13
provoke to war, ἐκπολεμ-έω, A. provoke to war, ἵν' ἐκπολεμήσειε τοὺς Ἀθηναίους πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους X. HG 5.4.20 (codd. and Harp. ), cf. Th. 6.91 :— Pass. , ἐκπεπολεμῆσθαι πρὸς τὸν ἑαυτοῦ οἶκο
ἐνᾰμιλλ-άομαι , = ἁμιλλάομαι, πρός τι Them. Or. 21.254c . ἐνᾰμιλλ-άομαι, A. = ἁμιλλάομαι, πρός τι Them. Or. 21.254c .
ἐναύω (C), = ἱκετεύω πρὸς τοῖς ναοῖς , Suid. , Zonar. ἐναύω(C), A. = ἱκετεύω πρὸς τοῖς ναοῖς , Suid. , Zonar.
ἐντῠπ-άδεια ( -δία cod.): ὅταν τῷ ἱματίῳ τὴν χεῖρα πρὸς πρόσωπα κατειλημμένος στήσῃ, Hsch. ἐντῠπ-άδεια(-δίαcod.):ὅταν τῷ ἱματίῳ τὴν χεῖρα πρὸς πρόσωπα κατειλημμένος στήσῃ, Hsch.
ἐξαιρ-έτης , Lacon. ἐξαιρ-έταρ: ἁρπάγη, ἢ ἅρπαξ ὁ πρὸς τὰ ἀντλήματα, Hsch. ; cf. ἐξαι<ρέ>της: ἀφαιρέτης, Suid. ἐξαιρ-έτης, Lacon. ἐξαιρ-έταρ: ἁρπάγη, ἢ ἅρπαξ ὁ πρὸς τὰ ἀντλήματα, Hsch. ; cf.ἐξαι<ρέ>
ἐξιππ-εύω , = foreg., Plu. Arat. 42 ; πρός τινας D.S. 17.78 ; ἔς τινας App. Hann. 35 . ἐξιππ-εύω,=foreg., Plu. Arat. 42 ; A. πρός τινας D.S. 17.78 ; ἔς τινας App. Hann. 35 .
go down to ἐπικατα-βαίνω, A. go down toa place, ἐς Πλαταιάς Hdt. 9.25 ;πρὸς τὴν πόλιν Th. 6.97 ; πρὸς τὴν θάλασσαν Id. 7.23 , 35 ;extend downwards,ὀδύναι ἐς τὰς χεῖρας ἐ. Hp. Prorrh. 2.40 : me
send ἐπικηρ-ῡκεύομαι, Med. ( Act. only AB 141 , 153 ), A. send a message by a herald, πρός τινα Hdt. 9.87 : πρός τινα ὥστε . . Th. 7.49 ;ὥς τιναib. 48 ;περίorὑπέρ τινος, D.S. 14.75 , Paus. 4.8.13
mad after ἐπιμᾰνής,ές, A. mad after, a thing, τὸ ἐ. εἰς τὰς γυναῖκας Paus. 1.6.8 ; so πρός τινα Ach.Tat. 8.1 .Adv. -νῶς, ἔχειν πρός τι Ath. 7.276e . 2. . abs.,raving, mad, parody ofἘπιφανής,
mixing with ἐπιμειξία, Ion. -ιη,ἡ, A. mixing withothers,intercourse, dealings, ἐούσης ἐπιμειξίης πρὸς τοὺς Τεγεήτας Hdt. 1.68 ;ἐπιμειξίᾳ χρῆσθαι πρός. . X. HG 5.1.1 ; ἐπιμειξίας οὔσης παρ' ἀλλήλου