ἀπο-θύσσει : ἀποπνεύσει, Id. ἀπο-θύσσει:ἀποπνεύσει,Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀπο-θύσσει : ἀποπνεύσει, Id. ἀπο-θύσσει:ἀποπνεύσει,Id.
ἀπο-κάω , v. ἀποκαίω. ἀπο-κάω, A. v. ἀποκαίω.
without lot ἀπό-κληρος, Dor. ἀπό-κλᾱρος,ον, A. without lotorshare of, πόνων Pi. P. 5.54 ; ἀχέων Emp. 147 . II. abs.,disinherited, Arist. Top. 112b19 .
ἀπό-κλωμα : ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον, Hsch. ἀπό-κλωμα:ἀπολογία ἐπὶ τὸ χεῖρον, Hsch.
ἀπο-κλωνεῖ : ἀποστροφεῖ ( Tarent. ), Id. ἀπο-κλωνεῖ:ἀποστροφεῖ( Tarent. ), Id.
scrape, rub off, ἀπο-κναίω, Att. ἀπο-κνάω,inf. -κνᾶνdub. l. Pl. Phlb. 26b :aor. A. -έκναισα Id. R. 406b :—scrape, rub off, τι Antiph. 245 :— Med. , Hsch. II. ἀ. τινά wearoneout, worry to death,
sleeping away from, ἀπό-κοιτος,ον, A. sleeping away from, τῶν συσσίτων Aeschin. 2.127 ; οὐκ ἀ. παρὰ Ῥέας Luc. DDeor. 10.2 ; μήτε ἀ. μηδ' ἀφήμερος ἀπὸ τῆς οἰκίας BGU 1098.34 (i B.C.): abs., Men
ἀπο-κοπέομαι , = ἀποκόπτομαι III, Hsch. ἀπο-κοπέομαι, A. = ἀποκόπτομαι III, Hsch.
ἀπο-κρεμάζω , = ἀποκρεμάννυμι , Suid. s.v. Ὑπέρβολον. ἀπο-κρεμάζω, A. = ἀποκρεμάννυμι , Suid. s.v. Ὑπέρβολον.
ἀπο-κρέμασμα , ατος , τό , = foreg., αὐχένος Eust. 1334.2 . ἀπο-κρέμασμα,ατος,τό,=foreg., A. αὐχένος Eust. 1334.2 .
ἀπο-κρεμάω , = ἀποκρεμάννυμι , Arist. HA 540b26 , Luc. Asin. 30 . ἀπο-κρεμάω, A. = ἀποκρεμάννυμι , Arist. HA 540b26 , Luc. Asin. 30 .
separation, ἄπο-κρῐσις,εως,ἡ, A. separation, Anaxag. 4 ; κάθαρσις ἀ. χειρόνων ἀπὸ βελτιόνων Pl. Def. 415d . 2. Medic.,excretionorsecretion, γονῆς Hp. Genit. 2 , σιτίων Vict. 4.93 , cf. Arist
ἀπο-κῠλινδέω , = ἀποκυλίω , J. BJ 3.7.28 ( Pass. ). ἀπο-κῠλινδέω, A. = ἀποκυλίω , J. BJ 3.7.28 ( Pass. ).
ἀπό-λουμα , ατος , τό , = ἀποκάθαρμα , Sch. Ar. Eq. 1401 , Eust. 1560.32 . ἀπό-λουμα,ατος,τό, A. = ἀποκάθαρμα , Sch. Ar. Eq. 1401 , Eust. 1560.32 .
deserving acquittal, ἀπο-λύσιμος [ῠ],ον, (ἀπολύω) A. deserving acquittal, Antipho 4.4.9 . II. released frompublic service, PLond. 2.445.7 (i A. D.); ἀπὸ στρατείας CPR 1.3 (i A. D.).
ἀπο-λῠτήριον , τό , = ἐκλ. , Sch. E. Ph. 969 . ἀπο-λῠτήριον,τό, A. = ἐκλ. , Sch. E. Ph. 969 .
ἀπο-μοιράζω , = sq., Sch. A. Th. 727 . ἀπο-μοιράζω,=sq., Sch. A. Th. 727 .
ἀπο-νίπτω , ϝ. ἀπονίζω. ἀπο-νίπτω,ϝ. ἀπονίζω.
cut off, ἀπο-ξέω( contr. A. ἀποξοῦσιν SIG 2587 ,subj. ἀποξῶμεν Herod.Med. ap. Orib. 10.37.17 ),cut off, ἀπὸ δ' ἔξεσε χεῖρα Il. 5.81 . II. wipe, scrape, τινὰ σπόγγοιςHerod. Med. l.c. 2. scr
ἀπο-παύστωρ , ορος , ὁ , = ἀποπαύων , Orph. H. 39.3 . ἀπο-παύστωρ,ορος,ὁ, A. = ἀποπαύων , Orph. H. 39.3 .
ἀπο-περᾰτίζω , = foreg., Sch. Ar. Nu. 1454 . ἀπο-περᾰτίζω,=foreg., Sch. Ar. Nu. 1454 .
ἀπο-πληγία , ἡ , = ἀποπληξία , Gal. 16.672 . ἀπο-πληγία,ἡ, A. = ἀποπληξία , Gal. 16.672 .
ἀπο-πληκτώδης , ες , = ἀπόπληκτος , Gal. 19.110 . ἀπο-πληκτώδης,ες, A. = ἀπόπληκτος , Gal. 19.110 .
ἀπό-πληξις , εως , ἡ , = ἀποπληξία, σώματος Hp. Aph. 6.56 . ἀπό-πληξις,εως,ἡ, A. = ἀποπληξία, σώματος Hp. Aph. 6.56 .