νη-πᾰθής , ές , = νηπενθής , Opp. C. 2.417 . νη-πᾰθής,ές, A. = νηπενθής , Opp. C. 2.417 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
νη-πᾰθής , ές , = νηπενθής , Opp. C. 2.417 . νη-πᾰθής,ές, A. = νηπενθής , Opp. C. 2.417 .
νηλεής , ές , v. νηλής ; cf. ἀνηλεής. νηλεής,ές, A. v. νηλής ; cf.ἀνηλεής.
pitiless, ruthless, νηλής,ές, Ep. neut.νηλεές; Ep. alsoνηλειής,ές, Hes. Th. 770 , h.Ven. 245 , A.R. 4.476 : (νη-, ἔλεος):—poet.Adj.(in Prose sts.ἀνηλεής,q.v.) A. pitiless, ruthless, Il. 9.632 ;νηλέϊ
νηπῠθής , ές , = νηπευθής , Hsch. νηπῠθής,ές, A. = νηπευθής , Hsch.
νητρεκής , ές , = ἀτρεκής. Adv. -κῶς, = ἀτρεκῶς , Lyc. 1 . νητρεκής,ές, A. = ἀτρεκής. Adv. -κῶς, = ἀτρεκῶς , Lyc. 1 .
νομο-μᾰθής , ές , = foreg., Id. s.v. νομοί̈στορες , Gloss. νομο-μᾰθής,ές,=foreg., Id. A. s.v. νομοί̈στορες ,Gloss.
νοοσφᾰλής , ές , ̔σφάλλὠ = νοοπλανής 11 , Nonn. D. 17.277 . νοοσφᾰλής,ές , ̔σφάλλὠ A. = νοοπλανής 11 , Nonn. D. 17.277 .
νοσ-ημᾰτώδης , ες , = νοσώδης , Arist. GA 727b28 , EN 1149a6 , Ptol. Tetr. 188 . Adv. νοσηματωδῶς, ἔχειν Arist. EN 1148b33 . νοσ-ημᾰτώδης,ες, A. = νοσώδης , Arist. GA 727b28 , EN 1149a6 , Ptol. Tetr
νοτώδης , = ες , νοτιώδης, Hp. Morb.Sacr. 13 . νοτώδης,= ες , νοτιώδης, Hp. Morb.Sacr. 13 .
νυκτ-ώδης , ες , contr. for νυκτοειδής, Eust. 1951.57 . νυκτ-ώδης,ες, contr. forνυκτοειδής, Eust. 1951.57 .
νυκτῐ-λαμπής , ές , ( λάμπω ) epith. of the ark of Danae, δούρατι νυκτιλαμπεῖ dub. l. in Simon. 37.8 . νυκτῐ-λαμπής,ές, (λάμπω) epith. of the ark of Danae,δούρατι νυκτιλαμπεῖdub. l. in Simon. 37.8 .
νυκτῐ-πλᾰνής , ές , = sq., νυκτιπλανῆ τελέθουσαν Opp. C. 3.268 (vv. ll. νυκτιπλανῆτιν τ. (sic), νυκτιπλάνητον ἐοῦσαν ). νυκτῐ-πλᾰνής,ές,=sq., A. νυκτιπλανῆ τελέθουσαν Opp. C. 3.268 (vv. ll.νυκτιπλ
νυκτῐ-φᾰνής , ές , = foreg., Μήνη Herm. ap. Stob. 1.5.14 , cf. PMag.Par. 1.1794 . νυκτῐ-φᾰνής,ές,=foreg., A. Μήνη Herm. ap. Stob. 1.5.14 , cf. PMag.Par. 1.1794 .
νυκτο-πλᾰνής , ές , = νυκτιπλανής , Man. 1.311 . νυκτο-πλᾰνής,ές, A. = νυκτιπλανής , Man. 1.311 .
νυμφο-γενής , ές , = νυμφαγενής , Epigr. ap. Arist. Mir. 843b31 , APl. 1.8 ( Alc. ). νυμφο-γενής,ές, A. = νυμφαγενής , Epigr. ap. Arist. Mir. 843b31 , APl. 1.8 ( Alc. ).
νωκᾰρώδης , ες , = foreg. II, Diph. 18.7 . νωκᾰρώδης,ες,=foreg. II, Diph. 18.7 .
eighty years old, ὀγδοηκοντούτης,ες, (ἔτος) A. eighty years old, App. BC 4.25 , Gal. 6.360 , Luc. Herm. 77 :—fem.ὀγδοηκοντα-οῦτις, D. C. 61.19 : Ion. ὀγδωκοντᾰέτης,ες, Sol. 20.4 , Simon. 146 ;ὀγδωκ
ὀγκο-ειδής , ές , = ὀγκώδης (A), Herm. in Phdr. p.110 A. ( Comp. ). ὀγκο-ειδής,ές, A. = ὀγκώδης (A), Herm. in Phdr. p.110 A. ( Comp. ).
ὀδαξ-ώδης , ες , = ὀδαξητικός , Aret. SD 2.9 , etc. ; ὀ. εἰς ἡδονήν ib. 11 . ὀδαξ-ώδης,ες, A. = ὀδαξητικός , Aret. SD 2.9 , etc. ;ὀ. εἰς ἡδονήνib. 11 .
lead by the right way, ὁδό-ω, A. lead by the right way, οὗτός ς' ὁδώσει τὴν τρίγωνον ἐς χθόνα A. Pr. 813 ;δυστέκμαρτον ἐς τέχνην ὥδωσα θνητούςib. 498 : c.inf.,τὸν φρονεῖν βροτοὺς ὁδώσαντα who putm
ὀζώδης (B), ες , ( ὄζω ) = ὀδμώδης , EM 775.8 , Sch. Nic. Al. 437 , Tz. H. 8.991 . ὀζώδης(B),ες, (ὄζω) A. = ὀδμώδης , EM 775.8 , Sch. Nic. Al. 437 , Tz. H. 8.991 .
shrinking, timid, ὀκν-ηρός,ά,όν, A. shrinking, timid, ἐλπίδες -ότεραι Pi. N. 11.22 ; ἀσθενέας καὶ ὀ. Hp. Acut. 28 ; -ότερος ἐς τὴν πρᾶξιν Antipho 2.3.5 ; ἐς τὰ πολεμικὰ -ότεροι Th. 4.55 , cf
ὀκν-ώδης , ες , = ὀκνηρός, πρός τι Dionys. Av. 1.6 . ὀκν-ώδης,ες, A. = ὀκνηρός, πρός τι Dionys. Av. 1.6 .
ὀκτωκαιδεκα-έτης , ες , later form of ὀκτωκαιδεκέτης, Luc. DMort. 27.7 , etc. :—fem. ὀκτωκαιδεκα-έτις , ιδος , Id. Tox. 24 , DMeretr. 8.2 . ὀκτωκαιδεκα-έτης,ες, later form ofὀκτωκαιδεκέτης, Luc. DMor