ὀσμώδης , ες , = ὀσμήρης , Arist. Sens. 443a13 : Comp. ὀδμωδέστερα Thphr. CP 2.16.1 : Sup. ὀσμωδέστατα Id. Sens. 20 . ὀσμώδης,ες, A. = ὀσμήρης , Arist. Sens. 443a13 : Comp. ὀδμωδέστερα Thphr. CP 2
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ὀσμώδης , ες , = ὀσμήρης , Arist. Sens. 443a13 : Comp. ὀδμωδέστερα Thphr. CP 2.16.1 : Sup. ὀσμωδέστατα Id. Sens. 20 . ὀσμώδης,ες, A. = ὀσμήρης , Arist. Sens. 443a13 : Comp. ὀδμωδέστερα Thphr. CP 2
πᾰγώδης , ες , ̔πάγος̓ = παγετώδης , Thphr. CP 2.4.12 . πᾰγώδης,ες , ̔πάγος̓ A. = παγετώδης , Thphr. CP 2.4.12 .
πᾰλαιο-γενής , ές , = παλαιγενής , Ar. Nu. 358 . πᾰλαιο-γενής,ές, A. = παλαιγενής , Ar. Nu. 358 .
πᾰλῐκαμπής , ές , gloss on παλιμπετές (fort. παλιγκαμπής ), Sch.Par. A.R. 4.1315 . πᾰλῐκαμπής,ές, A. gloss on παλιμπετές (fort.παλιγκαμπής), Sch.Par. A.R. 4.1315 .
πᾰλιν-τροπής , ές , = παλίντροπος , Nic. Th. 402 . πᾰλιν-τροπής,ές, A. = παλίντροπος , Nic. Th. 402 .
παμ-φεγγής , ές , = παμφαής , S. El. 105 (lyr.). παμ-φεγγής,ές, A. = παμφαής , S. El. 105 (lyr.).
πᾰν-απειθής , ές , f.l. for -απευθής , Parm. 4.6 . πᾰν-απειθής,ές, A. f.l. for -απευθής , Parm. 4.6 .
πᾰν-απενθής , ές , f.l. for ταλαπενθής , APl. 4.265 . πᾰν-απενθής,ές, A. f.l. for ταλαπενθής , APl. 4.265 .
πᾰνομφ-ής , ές , = foreg., ὄνειροι Orac. ap. Porph. ap. Eus. PE 5.8 . πᾰνομφ-ής,ές,=foreg.,ὄνειροιOrac. ap. Porph. ap. Eus. PE 5.8 .
παντο-γενής , ές , = foreg. 1 , Αἰών Sotad. 15.1 . παντο-γενής,ές,=foreg. 1 , A. Αἰών Sotad. 15.1 .
παντο-δᾰπής , ές , late form of -δαπός , Epicur. Herc. 1413.4 , Procl. in Prm. p.605 S. , EM 204.23 , 711.48 . παντο-δᾰπής,ές, late form of-δαπός, Epicur. Herc. 1413.4 , Procl. in Prm. p.605 S.,EM 20
παντο-τεχνής , ές , = πάντεχνος , Orph. H. 10.20 . παντο-τεχνής,ές, A. = πάντεχνος , Orph. H. 10.20 .
παραβᾰφής , ές , = παραλουργής , Hsch. ; παράβᾰφος , ον , Phot. παραβᾰφής,ές, A. = παραλουργής , Hsch. ;παράβᾰφος,ον, Phot.
discover besides, invent παρευρ-ίσκω, A. discover besides, invent, Hdt. 1.26 , Str. 16.2.25 ( Pass. ), Hermog. Inv. 3.1 ( Pass. ) ; π. τι ἔς τινας Paus. 9.5.3 . 2. Pass. ,ἐς οὗ . . σφι ἄδικόν τι
πειν-ώδης , ες , = foreg., Gal. 7.576 . πειν-ώδης,ες,=foreg., Gal. 7.576 .
πελι-ώδης , ες = πελιός 1 , Sch. D Il. 23.717 . πελι-ώδης,ες A. = πελιός 1 , Sch. D Il. 23.717 .
πεντᾰετ-ηρής , ές , = πενταετής, χρόνος Sch. Ar. Pax 876 . πεντᾰετ-ηρής,ές, A. = πενταετής, χρόνος Sch. Ar. Pax 876 .
fifty-five years old πεντεκαι-πεντηκονταετής,ές, Att. πεντεκαι-έτης,ες, A. fifty-five years old, Id. R. 460e .
fifteen years old πεντεκαιδεκα-ετής,ές, Att. πεντεκαιδεκα-έτης,ες, A. fifteen years old, Arist. HA 546a14 , dub. in Plu. 2.113d . 2. oforfor fifteen years, ἀνοχαί D.H. 4.85 .
πεντηκοντ-ήρης , ες , f. l. for πεντήρης , Polyaen. 4.11.3 . πεντηκοντ-ήρης,ες, A. f. l. for πεντήρης , Polyaen. 4.11.3 .
fifty years old πεντηκοντα-ετής,ές, Att. πεντηκοντα-έτης,ες, A. fifty years old, Pl. Alc. 1.127e , D.H. 4.29 , etc. II. oforlasting fifty years, χρόνος D.S. 4.58 , etc. : fem.,πεντηκονταέτιδες
περικλεής , ές , = περικλειτός , AP 7.119 , A.R. 1.1069 : irreg. Sup. - κληέστατος Epic. in BKT 5(1).85 (iv A. D.) . περικλεής,ές, A. = περικλειτός , AP 7.119 , A.R. 1.1069 : irreg. Sup. -κληέστατος
very tall περιμήκ-ετος,ον, poet. for sq., A. very tallorhigh, ἐλάτη Il. 14.287 ; Τηύ̈γετος Od. 6.103 : c. gen., π. ἄλλων Arat. 250 . -ης,ες, Dor. περιμάκης[ᾱ],ες , AP 6.125 ( Mnasalc. ) : (μῆκ
περιπλεκ-ής , ές , = περίπλεκτος , Nonn. D. 12.199 . περιπλεκ-ής,ές, A. = περίπλεκτος , Nonn. D. 12.199 .