ἀνηρός , ά , όν , = ἀνιαρός, ὀρθόπνθια Ph.Tars. ap. Gal. 13.267 ; but ἀνηρόν: ἄβλαπτον, EM 108.22 . ἀνηρός,ά,όν, A. = ἀνιαρός, ὀρθόπνθια Ph.Tars. ap. Gal. 13.267 ; butἀνηρόν: ἄβλαπτον, EM 108.22 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνηρός , ά , όν , = ἀνιαρός, ὀρθόπνθια Ph.Tars. ap. Gal. 13.267 ; but ἀνηρόν: ἄβλαπτον, EM 108.22 . ἀνηρός,ά,όν, A. = ἀνιαρός, ὀρθόπνθια Ph.Tars. ap. Gal. 13.267 ; butἀνηρόν: ἄβλαπτον, EM 108.22 .
ἀνήτινος , η , ον , Dor. for ἀνήθ- : ἄνητον or ἄννητον , v. ἄνηθον. ἀνήτινος,η,ον, Dor. forἀνήθ-:ἄνητονorἄννητον, A. v. ἄνηθον.
ἄνθ-ιμος , η , ον , = sq., μελίσσης ἄ. εἶδαρ Orph. L. 735 . ἄνθ-ιμος,η,ον,=sq., A. μελίσσης ἄ. εἶδαρ Orph. L. 735 .
ἀνθ-ολκός , όν , = ἀντίρροπος, ἀ. καὶ κωλυσιεργά Iamb. Protr. 21 . κβ́. ἀνθ-ολκός,όν, A. = ἀντίρροπος, ἀ. καὶ κωλυσιεργά Iamb. Protr. 21 .κβ́.
ἀνθεινός , ή , όν , = ἀνθινός , D.S. 4.4 , Ael. NA 2.11 . ἀνθεινός,ή,όν, A. = ἀνθινός , D.S. 4.4 , Ael. NA 2.11 .
ἀνθήλιος , ον , = ἀντήλιος , q.v. ἀνθήλιος,ον, A. = ἀντήλιος , q.v.
ἀνθήμων , ον , gen. ονος , = ἀνθηρός, κυτίνοιο . . καρπόν Nic. Al. 610 . ἀνθήμων,ον, gen.ονος, A. = ἀνθηρός, κυτίνοιο . . καρπόν Nic. Al. 610 .
ἀνθο-τρόφος , ον , = ἀνθοβοσκός, γαῖα Aristonous 1.21 . ἀνθο-τρόφος,ον, A. = ἀνθοβοσκός, γαῖα Aristonous 1.21 .
ἀνθρωπ-ήϊος , η , ον , v. ἀνθρώπειος. ἀνθρωπ-ήϊος,η,ον, A. v. ἀνθρώπειος.
of, from, ἀνθρώπ-ινος,η,ον, alsoος,ον Pl. Lg. 737b :— A. of, from,orbelonging to man, human, ἀ. βίος Philol. 11 , cf. Hdt. 7.46 ;ἅπαν τὸ ἀ.allmankind, Id. 1.86 ;τὸ ἀ. γένος( v.l. φῦλον ) Antipho
human ἀνθρώπ-ινος, η, ον, also ος, ον [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Leges” 737b] Refs 5th c.BC+]:— __A of, from, or belonging to man, human, ἀ. βίος[[ 5th-6th c.BC: Philolaus Philosophus 11, c
belonging to the care ἀνθρωπο-κομικός,ή,όν, A. belonging to the careorgovernment of men:ἡ-κή(sc.τέχνη)politics, Them. Or. 15.186d :—alsoἀνθρωπο-κόμος,ον, Anon. in Rh. 3.607 W.
grievous, troublesome, annoying, ἀνιᾱρός,ά,όν, Ion. and Ep. ἀνιηρός,ή,όν:— A. grievous, troublesome, annoying,of persons, πτωχὸν ἀνιηρόν Od. 17.220 ; ἐχθροῖς ἀνιαροί Ar. Pl. 561 , cf. Lys. 25.20
ἀνιάτρευτος , ον , = foreg., Suid. s.v. βρύω. ἀνιάτρευτος,ον,=foreg., Suid. A. s.v. βρύω.
ἀνίδρ-ῡτος (v. ἀί̈δρυτος ), ον , Ph. 2.451 , Dam. Pr. 413 . ἀνίδρ-ῡτος(v.ἀί̈δρυτος),ον, Ph. 2.451 , Dam. Pr. 413 .
ἄνιδρος , ον , v. ἀνίδρως. ἄνιδρος,ον, A. v. ἀνίδρως.
ἀνῐέρ-ειος , ον , = ᾧ ἱερεῖα μὴ θύεται , AB 405 , Suid. ἀνῐέρ-ειος,ον, A. = ᾧ ἱερεῖα μὴ θύεται , AB 405 , Suid.
ἀνιηρός , ή , όν , Ion. for ἀνιαρός. ἀνιηρός,ή,όν, Ion. forἀνιαρός.
ἄνῐος , ον , = ἀνιαρός , A. Pers. 256 , 1055 , 1061 ; ἄνιος: ἀνατεπείς (sic), Hsch. ἄνῐος,ον, A. = ἀνιαρός , A. Pers. 256 , 1055 , 1061 ;ἄνιος: ἀνατεπείς(sic), Hsch.
unequal, uneven, ἄνῐσος,ον(η,ον Aesar. ap. Stob. 1.49.27 ), A. unequal, uneven, Hp. Fract. 37 , Pl. Ti. 36d , etc.; τὸ ἄ. inequality, Arist. EN 1129b1 , etc.;ἄ. πολιτεία,of an oligarchy, Aeschin.
ἀνόδοντος , ον , = ἀνόδων , Pherecr. 74 , 82 . ἀνόδοντος,ον, A. = ἀνόδων , Pherecr. 74 , 82 .
with no, ἄνοζος,ον, A. with no,orvery few, branches, Thphr. HP 1.8.1 , etc.: Comp. -ότεροςib. 3.13.3 :—alsoἄοζος,ον, ib. 1.5.4 , al.
ἀνοίκ-ητος , ον , = ἀοίκητος , Hdt. 4.31 . ἀνοίκ-ητος,ον, A. = ἀοίκητος , Hdt. 4.31 .
ἄνοινος , ον , = ἄοινος , Hdn. Epim. 216 . ἄνοινος,ον, A. = ἄοινος , Hdn. Epim. 216 .