say ἐπισχεδι-άζω, A. sayordo offhand, τῷ καιρῷ make asuitableimpromptu, Philostr. VS 1.2 :— Pass. , -ασμένα πάντα τῷ καιρῷ Id. Gym. 54 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
say ἐπισχεδι-άζω, A. sayordo offhand, τῷ καιρῷ make asuitableimpromptu, Philostr. VS 1.2 :— Pass. , -ασμένα πάντα τῷ καιρῷ Id. Gym. 54 .
bear patiently, be patient, *ἐπιτλάω, onlyaor. 2 ἐπέτλην, A. bear patiently, be patient, τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη Il. 23.591 ;τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη μύθοισιν ἐμοῖσιν letitlisten patiently tothem, 19
ἐχυρῆσαι: τῷ διὰ χειρὸς ὅρκῳ συνθέσθαι, καὶ κρατηθῆναι , Hsch. ἐχυρῆσαι: τῷ διὰ χειρὸς ὅρκῳ συνθέσθαι, καὶ κρατηθῆναι, Hsch.
ἴννην: κόρην μικράν, καὶ τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ , Hsch. ἴννην: κόρην μικράν, καὶ τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ, Hsch.
κρόμπος or κρομπός , ὁ , dub. sens., τὸν λόφον τὸν ἰν τῷ κρόμποι Schwyzer 664.12 , cf. 16 (Orchom. Arc. , iv B. C. ). κρόμποςorκρομπός,ὁ, dub. sens., A. τὸν λόφον τὸν ἰν τῷ κρόμποι Schwyzer 664.12
λαβρό-της , ητος , ἡ , = λαβροσύνη , Muson. Fr. 18 B p.100 H., Ath. 7.310f ; λ. ἐν τῷ πίνειν Id. 11.484c . λαβρό-της,ητος,ἡ, A. = λαβροσύνη , Muson. Fr. 18 B p.100 H., Ath. 7.310f ; λ. ἐν τῷ πίνειν
λαδωγενής: ἡ Ἀφροδίτη, ὅτι ἐπὶ τῷ ἐν Ἀρκαδίᾳ ποταμῷ Λάδωνι ἐγεννήθη , Hsch. λαδωγενής: ἡ Ἀφροδίτη, ὅτι ἐπὶ τῷ ἐν Ἀρκαδίᾳ ποταμῷ Λάδωνι ἐγεννήθη, Hsch.
λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ , Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος , Id. λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ, Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος, Id.
Λῆσος: ὁ ἐν τῷ ῥάχει τοῦ σκορπίου λαμπρὸς ἀστήρ , Hsch. Λῆσος: ὁ ἐν τῷ ῥάχει τοῦ σκορπίου λαμπρὸς ἀστήρ, Hsch.
λιλεῖ: φθονεῖ, ἐπιθυμεῖ , Hsch. λιλουργετά: ἐν τῷ σώματι ἐξανθήματα , Id. λίλυ: τὸ ὕδωρ (Libyan word), Id. λιλεῖ: φθονεῖ, ἐπιθυμεῖ, Hsch. λιλουργετά: ἐν τῷ σώματι ἐξανθήματα, Id.λίλυ: τὸ ὕδωρ(Libyan
λυγγανόμενον: λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν , Hsch. ; cf. λυγκαίνω . λυγγανόμενον: λύζοντα ἐν τῷ κλαίειν, Hsch. ; cf.λυγκαίνω.
μαζάκις: δόρυ Παρθικόν , Hsch. μαζάρυγξ: τὰ ἐπὶ τῷ πότῳ ἐπιόντα , Id. μαζάκις: δόρυ Παρθικόν, Hsch. μαζάρυγξ: τὰ ἐπὶ τῷ πότῳ ἐπιόντα, Id.
μάρμαρ: στερεόν , Hsch. μαρμάραι: αἱ τῷ ἐρυθροδάνῳ βεβαμμέναι , Id. μάρμαρ: στερεόν, Hsch. μαρμάραι: αἱ τῷ ἐρυθροδάνῳ βεβαμμέναι, Id.
have too little, to be poor μειονεκτ-έω, (ἔχω) A. have too little, to be poor,σὺν τῷ γενναίῳ μ., opp.σὺν τῷ ἀδίκῳ πλέον ἔχειν, X. Ages. 4.5 ;come short,μ. εἰ μή. . Id. Cyr. 8.6.23 , cf. Mem. 3.14.6 ;
μύστιξ: ἅμα τῷ σκότει , Hsch. μύστιξ: ἅμα τῷ σκότει, Hsch.
πλᾰγι-όω , = πλαγιάζω 1.1 , τὸνἵππον π. τῷ χαλινῷ X. Eq. 7.16 . πλᾰγι-όω, A. = πλαγιάζω 1.1 , τὸνἵππον π. τῷ χαλινῷ X. Eq. 7.16 .
ποδάκνη , ἡ , = ὁ ἐν τῷ τόξῳ δεσμός , Poll. 7.157 . ποδάκνη,ἡ, A. = ὁ ἐν τῷ τόξῳ δεσμός , Poll. 7.157 .
producing much offspring, prolific, πολῠ́-γονος,ον, A. producing much offspring, prolific, Hdt. 3.108 ; γένος Hp. Aër. 19 , cf. A. Supp. 692 (lyr.); π. διχῶς, οἱ μὲν τῷ πολλάκις, οἱ δὲ τῷ πολλά
to be laboured at, πραγμᾰτ-ευτέος,α,ον, A. to be laboured at, τοῦτο τῷ νομοθέτῃ π., ὅπως . . Id. Pol. 1333a14 ;τῷ νομοθέτῃ π. περί τιib. 1337a11 . II. -τέον, one must treat, περί τινος Id. Top.
work beforehand, προεργ-άζομαι, Med. withpf. Pass. , A. work beforehand, τῷ βαρβάρῳ Hdt. 2.158 ;workortill beforehand, τῷ σπόρῳ νεόν X. Oec. 20.3 :—pf.also in pass. sense,to be done before, τ
προμνηστ-εύομαι , = προμνάομαι , Alciphr. 1.37 :— Pass. , -μνηστευθεῖσα τῷ βασιλεῖ App. Reg. 1 . προμνηστ-εύομαι, A. = προμνάομαι , Alciphr. 1.37 :— Pass. , -μνηστευθεῖσα τῷ βασιλεῖ App. Reg. 1 .
ride up to, charge προσιππ-εύω, A. ride up to, charge, Th. 2.79 ;τῷ ποταμῷ, τῷ στρατοπέδῳ, etc., Plu. Pyrrh. 16 , Mar. 25 , etc.
append, subjoin προσκατα-τάσσω, A. append, subjoin, Plb. 3.20.1 . 2. assign, τὸ γλυκὺ ὕδωρ τῇ γῇ Ph. 1.31 ; τὸ ὑγρὸν τῷ αἰθέρι Corn. ND 32 . 3. attach, τῷ θεῷ ἑαυτόν Arr. Epict. 4.1.98 , cf.
πρυλεύσεις: ἐπὶ τῆς ἐκφορᾶς τῶν τελευτησάντων παρὰ τῷ ἱερεῖ , Hsch. πρυλεύσεις: ἐπὶ τῆς ἐκφορᾶς τῶν τελευτησάντων παρὰ τῷ ἱερεῖ, Hsch.