ἀμῖξαι: οὐρῆσαι ἢ ἠχῆσαι ἢ ὁμίξαι, Hsch. , EM 83.36 . ἀμῖξαι: οὐρῆσαι ἢ ἠχῆσαι ἢ ὁμίξαι, Hsch.,EM 83.36 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀμῖξαι: οὐρῆσαι ἢ ἠχῆσαι ἢ ὁμίξαι, Hsch. , EM 83.36 . ἀμῖξαι: οὐρῆσαι ἢ ἠχῆσαι ἢ ὁμίξαι, Hsch.,EM 83.36 .
ἀμφι-κύβωται πρόχοι: ἢ ἀπὸ <τῆς> τοῦ ὅλου περιφερείας ἢ ἀπὸ τῆς τῶν ὤτων, Hsch. :—also ἀμφί-κ[τ]υπος , ον , EM 543.7 : ἀμφι-κύβωται πρόχοι: ἢ ἀπὸ <τῆς> τοῦ ὅλου περιφερείας ἢ ἀπὸ τῆς τῶν ὤτων, Hsch.
ἀναξι-δώρα , ἡ , = ἡ ἀνάγουσα δῶρα , of Demeter, S. Fr. 1010 ; cf. ἀνησιδώρα. ἀναξι-δώρα,ἡ, A. = ἡ ἀνάγουσα δῶρα , of Demeter, S. Fr. 1010 ; cf.ἀνησιδώρα.
ἄοιμος , ον , = ἄρρητος , acc. to Hsch. ; but also ἄοιμος: ἄπορος ἢ ἀληθὴς ἢ ἀπρόστυχος, Id. ἄοιμος,ον, A. = ἄρρητος , acc. to Hsch. ; but alsoἄοιμος: ἄπορος ἢ ἀληθὴς ἢ ἀπρόστυχος,Id.
ἀπορ-ησία , ἡ , = ἀπορία , Eub. 141 :—also ἀπόρ-ησις , εως , ἡ , Thphr. Od. 12 . ἀπορ-ησία,ἡ, A. = ἀπορία , Eub. 141 :—alsoἀπόρ-ησις,εως,ἡ, Thphr. Od. 12 .
ἀρητ-ός , ή , όν , Ion. for ἀρᾱτός : Ἀρήτη , ἡ , as pr.n., Od. 7.54 , etc. ἀρητ-ός,ή,όν, Ion. forἀρᾱτός:Ἀρήτη,ἡ, as pr.n., Od. 7.54 , etc.
Armenia, Ἀρμεν-ία,ἡ, A. Armenia, ἡ μεγάληand ἡ μικρά Str. 11.12.3 and 4 sq., cf. App. Mith. 105 :—Adj. Ἀρμένιος,α,ον,Armenian:alsoἈρμενιακός,ή,όν, Str. 11.14.12 :-κόν,τό, apricot, Prunus Armeniaca,
ἀσκότονοι: κυνορραῖσται, κρότωνες, Hsch. ἀσκουρῶτις: ἄ<ρ>κτος ἡ (cod. ἢ ) μικρά Id. ἀσκότονοι: κυνορραῖσται, κρότωνες, Hsch. ἀσκουρῶτις: ἄ<ρ>κτος ἡ(cod.ἢ)μικράId.
ἀσπῐδο-φορικός , ή , όν , = sq.: -κή (sc. τέχνη ), ἡ , Eustr. in EN 11.27 . ἀσπῐδο-φορικός,ή,όν,=sq.:-κή(sc.τέχνη),ἡ, Eustr. in EN 11.27 .
αὐλία: ἔπαυλις, ἢ ἡ μικρὰ αὐλή, AB 463 . αὐλία: ἔπαυλις, ἢ ἡ μικρὰ αὐλή, AB 463 .
Ἀφαία , ἡ , name of divinity in Aegina, IG 4.1580 ; cf. Ἀφαία: ἡ Δίκτυννα, καὶ Ἄρτεμις, Hsch. Ἀφαία,ἡ, name of divinity in Aegina, IG 4.1580 ; cf.Ἀφαία: ἡ Δίκτυννα, καὶ Ἄρτεμις, Hsch.
βαμβᾰκ-εία , ἡ , βαμβᾰκ-κεύτρια , ἡ , = φαρμακεία, -κεύτρια , Hsch. : βάμβᾰκος , ὁ , = φαρμακός (Cilic.), AB 85 . βαμβᾰκ-εία,ἡ,βαμβᾰκ-κεύτρια,ἡ, A. = φαρμακεία, -κεύτρια , Hsch. :βάμβᾰκος,ὁ, = φαρμα
βλίτυρον ἐστὶ φυτὸν ἢ φάρμακον, ἢ χορδῆς μίμημα , EM 201.43 . βλίτυρον ἐστὶ φυτὸν ἢ φάρμακον, ἢ χορδῆς μίμημα, EM 201.43 .
βρῠ-ώνη , ἡ , = ἄμπελος μέλαινα , Nic. Th. 939 :—also βρῠ-ωνίς , ίδος , ἡ , ib. 858 ; cf.sq. βρῠ-ώνη,ἡ, A. = ἄμπελος μέλαινα , Nic. Th. 939 :—alsoβρῠ-ωνίς,ίδος,ἡ, ib. 858 ; cf.sq.
γαιός: μακροκέντης ἢ κόντος ἢ κολοβός , Cyr. , cf. Hsch. γαιός: μακροκέντης ἢ κόντος ἢ κολοβός, Cyr. , cf. Hsch.
γλιχύτης: ἀτυχὴς ἢ ἐπίπονος ἢ ἐρωτική , Hsch. , cf. EM 234.25 . γλιχύτης: ἀτυχὴς ἢ ἐπίπονος ἢ ἐρωτική, Hsch. , cf. EM 234.25 .
afternoon δείλη,ἡ, A. afternoon( δ. ἡμέρας τελευτή Pl. Def. 411b ), ἔσσεται ἢ ἠὼς ἢ δείλη ἢ μέσον ἦμαρ Il. 21.111 : divided intoearlyandlate(πρωί̈αandὀψία) , περὶ δείλην πρωί̈ην γενομένην Hdt. 8
δέσκαλος , ἡ , dub. sens., ἀσπάζεται ἡμᾶς . . Ἀθηναὶ̈ς ἡ δέσκαλος BGU 332.9 (ii/iii A. D.) . δέσκαλος,ἡ, dub. sens., A. ἀσπάζεται ἡμᾶς . . Ἀθηναὶ̈ς ἡ δέσκαλος BGU 332.9 (ii/iii A. D.).
δοῦλος (B) : ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν, Hsch. ; cf. δωλοδομεῖς, δωλέννετος. δοῦλος(B): ἡ οἰκία ἢ τὴν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσιν τῶν γυναικῶν, Hsch. ; cf.δωλοδομεῖς, δωλέννετος.
δῠ́ναστ-ις , ιδος , ἡ , fem. of δυνάστης , Demetr. Eloc. 292 ; τύχη ἡ πάντων δ. ἀνθρώπων dub. in Phld. Mort. 24 . δῠ́ναστ-ις,ιδος,ἡ, fem. ofδυνάστης, Demetr. Eloc. 292 ;τύχη ἡ πάντων δ. ἀνθρώπωνdub. i
ἐγρῆτα : παρακαταβολὴν ἢ δίκης ἢ κρίσεως , Hsch. ἐγρυπνεῖ : ἀγρυπνεῖ , Id. ἔγρυσις , v. ἔκρ- . ἐγρῆτα:παρακαταβολὴν ἢ δίκης ἢ κρίσεως, Hsch. ἐγρυπνεῖ:ἀγρυπνεῖ, Id.ἔγρυσις, A. v. ἔκρ- .
εἰδωλουργικός , ή , όν , = εἰδωλοποιικός : -κή, ἡ , Pl. Sph. 266d . εἰδωλουργικός,ή,όν, A. = εἰδωλοποιικός :-κή,ἡ , Pl. Sph. 266d .
εἶσαν: ὑπῆ<ρ> χον , συνῆκαν, ἢ εἴδησαν, ἢ ἐπεγίνωσκον, Hsch. εἶσαν: ὑπῆ<ρ>χον, συνῆκαν, ἢ εἴδησαν, ἢ ἐπεγίνωσκον, Hsch.
ἐνώτισις , εως , ἡ , = σύνεσις, ἢ σύνοψις τῶν ῥημάτων , Zonar. ἐνώτισις,εως,ἡ, A. = σύνεσις, ἢ σύνοψις τῶν ῥημάτων , Zonar.