steadfastness, stability βεβαιότης,ητος,ἡ, A. steadfastness, stability, τῆς οὐσίας Pl. Cra. 386a ; μετὰ ἡσυχίας καὶ βεβαιότητος ζῆν Id. R. 503c , cf. Lg. 735a , 790b , Arist. EN 1100b12 . 2. ass
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
steadfastness, stability βεβαιότης,ητος,ἡ, A. steadfastness, stability, τῆς οὐσίας Pl. Cra. 386a ; μετὰ ἡσυχίας καὶ βεβαιότητος ζῆν Id. R. 503c , cf. Lg. 735a , 790b , Arist. EN 1100b12 . 2. ass
βοικεῖ: γαμίσκει , Theognost. Can. 19.4 . βοικία: ἡ θεράπαινα, AB 1354 . = ϝοικία, γᾶρ καὶ βοικίαρ ἔγκτησιν Schwyzer 425.24 (Elis, iii/ii B. C. ). βοικεῖ: γαμίσκει, Theognost. Can. 19.4 .βοικία: ἡ θερ
βουβάρας , = μέγας καὶ ἀναίσθητος , Hdn.Gr. 1.57 ; cf. βουβάραι: μεγάλαι , Hsch. : also expld. as = μεγαλοναύτης (cf. βᾶρις ), Id., cf. EM 206.18 :— βούβαρις , Philist. 56 ( -βάρτις cod. Hsch. ). βουβ
thunder βροντ-ή,ἡ, A. thunder,Διὸς μεγάλοιο κεραυνὸν δεινήν τε β. Il. 21.199 ; ὑπὸ βροντῆς πατρὸς Διός 13.796 ; Ζηνός τε βροντῇ Od. 20.121 ;ἀστραπὴ καὶ β. Hdt. 3.86 ; β. στεροπῇ τε A. Supp. 34
γανδάνειν: ἀρέσκειν , Hsch. γανδάω: λάμπω , Id. γάνδιον: κιβώτιον , Id. γάνδος: ὁ πολλὰ εἰδὼς καὶ πανοῦργος: τινὲς δὲ γανδάνειν: ἀρέσκειν, Hsch. γανδάω: λάμπω, Id.γάνδιον: κιβώτιον, Id.γάνδος: ὁ πολλ
bear γαυρ-ιάω, mostlypres.Aet. and Med. ,aor. 1 A. ἐγαυρίασα LXX Ju. 9.7 :—bearoneselfproudly, prance, prop. of horses, γαυριῶντες Plu. Lyc. 22 :— Med. , φυσῶντα καὶ γαυριώμενον X. Eq. 10.16 ;
begetter, parent γενν-ητής,οῦ,ὁ, A. begetter, parent, S. OT 1015 , Fr. 752 , Pl. Cri. 51e , Lg. 717e ; τῶν πράξεων ὥσπερ καὶ τέκνων Arist. EN 1113b18 : generally,producer, Plot. 3.3.3 . II. γεννῆτ
γενν-ήτωρ , Dor. γενν-άτωρ , ορος , ὁ , = γενέτωρ, Ζεύς A. Supp. 206 , E. Hipp. 683 , Jul. Or. 2.51d , v.l. in Arist. Mu. 397b21 ; γ. καὶ ἑστιοῦχον Pl. Lg. 878a : pl., ib. 869a ; θεῷ γεννήτορι πάντων
old man γέρων,οντος,ὁ, A. old man, Il. 1.33 , etc.: pleon., παλαιοὶ γέροντες Ar. Ach. 676 ; ἄνους τε καὶ γ. S. Ant. 281 , cf. Ar. Eq. 1349 ; ἀεὶ γὰρ ἡβᾷ τοῖς γέρουσιν εὖ μαθεῖν A. Ag. 584 ; καλ
an old man γέρων, οντος, ὁ, old man, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 1.33, etc.: pleonastic, παλαιοὶ γέροντες 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Acharnenses” 676; ἄνους τε καὶ γ. 5th c.BC
Γίγας [ ῐ], αντος , ὁ , mostly in pl., Giants , ὑπέρθυμοι Od. 7.59 ; Κύκλωπές τε καὶ ἄγρια φῦλα Γιγάντων ib. 206 ; οὐκ ἄνδρεσσιν ἐοικότες ἀλλὰ Γίγασιν 10.120 ; γ. γηγενέται Hes. Th. 185 , cf. E. Ph. 1
notched end γλυφ-ίς,ίδος,ἡ, in early writers always pl.γλυφίδες(but sg., opp.ἀκίς, of the constellation Sagitta, Hipparch. 2.5.12 ), A. notched endof the arrow, ἕλκε δ' ὁμοῦ γλυφίδας τε λαβὼν καὶ νεῦ
one that knows γνώμων,ονος,ὁ, (γι-γνώ-σκω) A. one that knowsorexamines, an interpreter, discerner, θεσφάτων A. Ag. 1130 ; τῶν παραχρῆμα Th. 1.138 ;γλῶττα γ.(sc.γλυκέων καὶ δριμέων) X. Mem. 1.4.5
witchcraft, jugglery γοητ-εία,ἡ, A. witchcraft, jugglery, γ. καὶ μαγεία Gorg. Hel. 10 , cf. Pl. Smp. 203a : metaph., οὐδὲν ὑγιές, ἀλλὰ γ. τις Id. R. 584a , Andronic. Rhod. p.573 M., etc.; ἀπάτη κ
γῶνοπ , = γωνία ( Lacon. ), Hsch. γωνορίσματα: γνωρίσματα, τοποθεσίαι, Id. γῶνος: γουνός, ἕδος, καὶ παιδιά τις παλαιστρική, οἱ δὲ κώπη, Id. γώνυμος: φερώνυμος, Id. γῶος: μνημεῖον, Id. γωροῦται: σαρκοῖ
δαῖμα: σπιθαμήν, καὶ τὸ ἔγκωλον τοῦ σχοινίου, στήμονα δὲ (i. e. δίασμα ) Ταραντῖνοι, Hsch. δαιμοδία: ἡ τῶν ἀρίστων ἐπιβολή, Id. δαιμοί: οἱ καταδικασθέντες τὰς οὐσίας εἰς βασιλέως, Id. δαῖμα: σπιθαμήν,
δάν-εισμα , ατος , τό , = δάνειον, δ. ποιεῖσθαι , = δανείζεσθαι , Th. 1.121 ; τῶν μαρτύρων τῶν παραγιγνομένων τῷ δ. D. 35.9 : metaph., οἷον δάνεισμα καὶ μόρια τοῦ μεγάλου κόσμου Gal. 19.159 . δάν-εισμ
cowardly, δειλός,ή,όν, (δέος): I. of persons,cowardly,opp.ἄλκιμος, Il. 13.278 ; opp.ἀνδρεῖος, Pl. Phdr. 239a , etc.: hence,vile, worthless, Il. 1.293 ; δειλαί τοι δειλῶν γε καὶ ἐγγύαι Od. 8.351
practise speaking in the assembly, δημηγορ-έω, A. practise speaking in the assembly, Ar. Eq. 956 , etc.; πρὸ τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ δ. ἐμέ D. 18.60 ; δ. περί τινος Lys. 14.45 ; δ. πρός τινας Pl.
to give a speech δημηγορ-έω, practise speaking in the assembly, [[ 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Equites” 956, etc.; πρὸ τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ δ. ἐμέ 4th c.BC: Demosthenes Orator 18.60; δ. περί
workmanship, handicraft, δημιουργ-ία,ἡ, A. workmanship, handicraft, Pl. R. 401a ;τέχναι καὶ δ.ib. 495d ;piece of mechanism, Arist. Mu. 400a1 . 2. making, creating, ζῴων Pl. Ti. 41c , etc.; δ. ἔ
disjoining, parting, διά-ζευξις,εως,ἡ, A. disjoining, parting, τοῦ σώματος Pl. Phd. 88b ; δ. τε καὶ σύζευξιν ποιεῖσθαι Id. Lg. 930b ;ἡ δ. τῶν γυναικῶν,in Crete, Arist. Pol. 1272a23 . 2. Musical
διάκοσμ-ος , ὁ , = διακόσμησις , Parm. 8.60 ; ὁ τοῦ βίου δ. Arist. Mu. 399b16 ; δ. οὐρανοῦ καὶ γῆς ib. 400b32 ; ὁ λογικὸς δ. εἰκὼν ὅλου τοῦ δημιουργοῦ Hierocl. in CA 1p.419M. , cf. Orph. H. 34.18 ; θε
conversational, διαλεκτ-ικός,ή,όν, A. conversational, χορός Demetr. Eloc. 167 . 2. δ. ὄργαναorgansof articulate speech,opp.φωνητικά, Gal. 16.204 . II. skilled in dialectic, ὁ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρί