εὐ-πνοέω , = εὔπνοός εἰμι , Arist. Pr. 896a32 . respire freely , ὅταν εὐπνοῇ ὅλον τὸ σῶμα Philistion Fr. 4 . εὐ-πνοέω, A. = εὔπνοός εἰμι , Arist. Pr. 896a32 . II. respire freely,ὅταν εὐπνοῇ ὅλον τὸ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εὐ-πνοέω , = εὔπνοός εἰμι , Arist. Pr. 896a32 . respire freely , ὅταν εὐπνοῇ ὅλον τὸ σῶμα Philistion Fr. 4 . εὐ-πνοέω, A. = εὔπνοός εἰμι , Arist. Pr. 896a32 . II. respire freely,ὅταν εὐπνοῇ ὅλον τὸ
reward of good tidings εὐαγγέλ-ιον,τό, A. reward of good tidings, given to the messenger, εὐαγγέλιον δέ μοι ἔστω Od. 14.152 ;οὐ . . εὐ. τόδε τείσωib. 166 ;ἀπολήψῃ τὸ εὐ. Plu. Demetr. 17 : in Att. a
εὔδιον , τό , v. εὐδίαιος 11 . εὔδιον,τό, A. v. εὐδίαιος 11 .
εὐέργ-ημα , ατος , τό , late form, = εὐεργέτημα , JHS 22.366 (dub. l.). εὐέργ-ημα,ατος,τό, late form, A. = εὐεργέτημα , JHS 22.366 (dub. l.).
εὐθῠ-καίνα: ἡ σχοῖνος, διὰ τὸ εὐθέως κτείνειν, καὶ δύναται εἶναι εὐθῠ-καίνα: ἡ σχοῖνος, διὰ τὸ εὐθέως κτείνειν, καὶ δύναται εἶναι
easily taken hold of εὔληπτος,ον, A. easily taken hold of, οὐδ' εὔληπτον εἶναι τὸ ὕδωρ J. AJ 1.16.2 , cf. Gal. UP 11.5 ( Sup. ).Adv.,τὸ ἔκπωμα εὐληπτότατα ἐνδιδόναιto give itso that one can most ea
easily moved εὐμετα-κίνητος[ῑ],ον , A. easily movedorchanged, ἐπὶ τὸ χεῖρον Arist. Metaph. 1019a28 ;τὸ εὐ. caprice, M.Ant. 1.16 .
good-tempered εὐόργ-ητος,ον, A. good-tempered, ἤθεα Hp. Aër. 12 ( Comp. ); εὐ. πρὸς τὸ πρέπον Gorg. Fr. 6 D. ; τοῖς κόλαξι . . εὐόργητος Eub. 25 ; τὸ εὐ. καὶ πρᾶον Arist. MM 1186a23 , cf. Pl
easily bounded εὐόριστος,ον, A. easily boundedorlimited, Arist. Mete. 360a23 ;τὸ εὐ., opp.τὸ δυσόριστον, ib. 378b24 , GC 329b31 ;μέτρον ἀριθμῷ οὐκ εὐ. Herod. Med. ap. Orib. 6.25.4 .
εὕρεμα , ατος , τό , later form of εὕρημα , v.l. in Hp. Vict. 1.2 , SIG 1012.11 (Cos, ii/i B.C. ), PMag.Leid.W. 7.34 , Str. 16.2.24 , AP 7.411 ( Diosc. ), Babr. Prooem. ii 2 . εὕρεμα,ατος,τό, later fo
of εὐρῑπῐ́δ-ειος,α,ον, A. oforlike Euripides, Εὐ. τι συμβήσεται Pl. Tht. 154d ;τὸ Εὐ.the saying of Euripides, Plu. Pyrrh. 14 . II. τὸ Εὐ. (sc.μέτρον) an asynartete verse so called, Heph. 15.16 .
εὐχίον , τό , Dim. of εὐχή , dub. in IG 14.622 ( Rhegium ). εὐχίον,τό, Dim. of εὐχή, dub. in IG 14.622 (Rhegium).
ἔφαμμ-α , ατος , τό , = ἐφαπτίς , Plb. 2.28.8 . ἔφαμμ-α,ατος,τό, A. = ἐφαπτίς , Plb. 2.28.8 .
ἐφέσσαι , ἔφεσσαι , ἐφέσσεσθαι , v. ἐφίζω . ἐφέστα: τὸ έσπερινὸν δίκτυον , Hsch. ἐφέσσαι,ἔφεσσαι,ἐφέσσεσθαι, A. v. ἐφίζω .ἐφέστα: τὸ έσπερινὸν δίκτυον, Hsch.
ἐφεστρίδιον , τό , Dim. of sq., Luc. Merc.Cond. 37 , DMort. 10.4 , al. ἐφεστρίδιον,τό, Dim. of sq., Luc. Merc.Cond. 37 , DMort. 10.4 , al.
desirable ἐφετ-ός,ή,όν, (ἐφίεμαι) A. desirable,θεῖόν τι καὶ ἐ. Arist. Ph. 192a17 , cf. Plu. 2.374d ;ἐφετόν,τό ,object, τὸ γνωστὸν ἐ. ἐστι τοῦ γναστικοῦ Dam. Pr. 27 ;οἰκεῖον ἐ. ib. 12 . II. ἐφετο[ς
ἐφεύρ-ημα , ατος , τό , = ἐφεύρεμα , Sch.D.T. p.108 H. (pl.), Sch. E. Hec. 626 (pl.). ἐφεύρ-ημα,ατος,τό, A. = ἐφεύρεμα , Sch.D.T. p.108 H. (pl.), Sch. E. Hec. 626 (pl.).
ἐφῐάλτ-ιον , τό , = δρακοντία μικρά , Ps.- Dsc. 2.167 . ἐφῐάλτ-ιον,τό, A. = δρακοντία μικρά , Ps.- Dsc. 2.167 .
ἐχέβοιον , τό , = μεσάβοιον , Poll. 1.252 . ἐχέβοιον,τό, A. = μεσάβοιον , Poll. 1.252 .
ἔχθαρ , τό , = ἔχθος , Theognost. Can. 79 . ἔχθαρ,τό, A. = ἔχθος , Theognost. Can. 79 .
ἐχθέγιον , τό , dub. sens. in BGU 950.4 (Byz.). ἐχθέγιον,τό, dub. sens. in BGU 950.4 (Byz.).
ἔχθημα , ατος , τό , = μίσημα , S. Fr. 651 . ἔχθημα,ατος,τό, A. = μίσημα , S. Fr. 651 .
ἔχθρ-ασμα , ατος , τό , = ἔχθρα , Hsch. ἔχθρ-ασμα,ατος,τό, A. = ἔχθρα , Hsch.
ἐχίειον [ ῐ], τό , = ἔχιον 11 , Nic. Th. 65 , 637 . Adj. - ειος , α , ον , = ἐχιδναῖος , Tz. H. 12.840 . ἐχίειον[ῐ],τό, A. = ἔχιον 11 , Nic. Th. 65 , 637 . II. Adj.-ειος,α,ον, = ἐχιδναῖος , Tz. H.