γο-ηρός , ά , όν , poet. for γοερός , Lyc. 1057 , Epigr.Gr. 790.7 ( Dyme ). γο-ηρός,ά,όν, poet. forγοερός, Lyc. 1057 , Epigr.Gr. 790.7 (Dyme).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
γο-ηρός , ά , όν , poet. for γοερός , Lyc. 1057 , Epigr.Gr. 790.7 ( Dyme ). γο-ηρός,ά,όν, poet. forγοερός, Lyc. 1057 , Epigr.Gr. 790.7 (Dyme).
γοητ-ευτικός , ή , όν , = γοητικός , Porph. VP 39 , Poll. 4.48 . Adv. -κῶς ib. 51 . γοητ-ευτικός,ή,όν, A. = γοητικός , Porph. VP 39 , Poll. 4.48 .Adv. -κῶςib. 51 .
productive, fertile, fruitful γόνιμος,ον, alsoη,ον Hp. Vict. 1.25 , Isyll. 53 :— A. productive, fertile, fruitful,σπέρμα γ., opp.ἄγονον, Arist. HA 523a25 ; κύημα γ. Id. GA 736a35 ;ᾠὰ γ., opp.ὑπηνέ
γοργόφθαλμος , ον , = γοργωπός , Suid. s.v. γοργῶπις . γοργόφθαλμος,ον, A. = γοργωπός , Suid. s.v. γοργῶπις .
γρήϊος , ον , Ion. for γραῖος , Call. Fr. 511 . γρήϊος,ον, Ion. forγραῖος, Call. Fr. 511 .
γροσφοφόρος , ον , = γροσφομάχος , Plb. 6.21.9 . γροσφοφόρος,ον, A. = γροσφομάχος , Plb. 6.21.9 .
of γῠναικ-εῖος,α,ον A. Ch. 630 (lyr.), alsoος,ονib. 878 , E. IA 233 (lyr.): Ion. γῠναικ-ήιος,η,ον: (γυνή):— A. oforbelonging to women, feminine, γυναικεῖαι βουλαί a woman'sdesigns, Od. 11.437 ; λου
γῠναικ-ήιος , η , ον , Ion. for γυναικεῖος (q. v.). γῠναικ-ήιος,η,ον, Ion. forγυναικεῖος(q. v.).
γῠναικ-ηρός , ά , όν , = γυναικεῖος , Diocl.Com. 4 ; γ. τρόπος Phryn. PS p.55B. γῠναικ-ηρός,ά,όν, A. = γυναικεῖος , Diocl.Com. 4 ; γ. τρόπος Phryn. PS p.55B.
γῡπιαῖος , α , ον , = γύπινος , Tz. H. 12 No. 439t it. γῡπιαῖος,α,ον, A. = γύπινος , Tz. H. 12 No. 439t it.
δαιμονιό-πληκτος , ον , = δαιμονιόληπτος , PMag.Leid.V. 9.1 , Ptol. Tetr. 169 : Subst. δαιμονιο-πληξία , ἡ , ib. 170 , Petas. ap. Olymp.Alch. p.95 B. δαιμονιό-πληκτος,ον, A. = δαιμονιόληπτος , PMag.
of δαιμόνιος,α,ον: alsoος,ον A. Th. 892 , Lys. 6.32 , OGI 383.175 (Commagene):— A. oforbelonging to a δαίμων: properlymiraculous, marvellous,but: I. in Hom. only in voc.,δαιμόνιε, -ίη, good sir,orl
wept over, tearful, δακρῡτός,όν(ή,όν J. AJ 4.8.48 ), A. wept over, tearful, ἐλπίς A. Ch. 236 ; μόρος AP 7.495 ( Alc. );ἀπαλλαγήJ.l.c.: irreg. Sup. δακρυώτατος, Hsch.
δᾰμασ-τικός , ή , όν , gloss on Δαμαῖος , Sch. Pi. O. 13.98 . δᾰμασ-τικός,ή,όν, A. gloss on Δαμαῖος , Sch. Pi. O. 13.98 .
δάπᾰν-ος [δᾰ] , ον , = δαπανηρός, ἐλπίς Th. 5.103 ; ῥᾳθυμία cj. in Longin. 44.11 : c. gen., Plu. 2.624d . δάπᾰν-ος [δᾰ],ον, A. = δαπανηρός, ἐλπίς Th. 5.103 ;ῥᾳθυμίαcj. in Longin. 44.11 : c. gen., P
δᾰσῠ-κνήμων , Dor. δᾰσῠ-κνάμων , ον , gen. ονος , = foreg., APl. 4.233 ( Theaet. ). δᾰσῠ-κνήμων, Dor. δᾰσῠ-κνάμων,ον, gen.ονος,=foreg., APl. 4.233 ( Theaet. ).
δᾰσῠ́-πῡγος , ον , = foreg., Sch. Theoc. 5.112 . δᾰσῠ́-πῡγος,ον,=foreg., Sch. Theoc. 5.112 .
δᾰσύ-στηθος , ον , = foreg., Procl. Par.Ptol. 202 . δᾰσύ-στηθος,ον,=foreg., Procl. Par.Ptol. 202 .
δασύ-τρωγλος , ον , = δασύπρωκτος , AP 12.41 ( Mel. ). δασύ-τρωγλος,ον, A. = δασύπρωκτος , AP 12.41 ( Mel. ).
Δᾰσύλλιος , ον , epith. of Bacchus, Paus. 1.43.5 ( παρὰ τὸ δασύνειν τὰς ἀμπέλους, acc. to EM 248.54 ). Δᾰσύλλιος,ον, epith. of Bacchus, Paus. 1.43.5 (παρὰ τὸ δασύνειν τὰς ἀμπέλους,acc. to EM 248.54 ).
δάφν-ιος , α , ον , f.l. for foreg., Hp. Morb. 2.13 ; epith. of Artemis, Str. 8.3.12 . δάφν-ιος,α,ον,f.l. forforeg., Hp. Morb. 2.13 ; epith. of Artemis, Str. 8.3.12 .
tawny δᾰφοινός,όν(ή,όν Opp. C. 3.440 ;δαφοινήas etym. ofδάφνηin Corn. ND 32 ), epith. of savage animals, A. tawny(as expld. by most Gramm., though some also giveblood-reeking), δαφοινὸν δέρμα λέοντ
δαψιλ-ός , ή , όν , = foreg. 1.2 , αἰθήρ Emp. 39.1 . δαψιλ-ός,ή,όν,=foreg. 1.2 , A. αἰθήρ Emp. 39.1 .
δέελος , η , ον , resolved form of δῆλος, Il. 10.466 . = δεσμός, ἅμμα , Hsch. δεήλαδες: φύλακες, Id. δέελος,η,ον, resolved form ofδῆλος, Il. 10.466 . II. = δεσμός, ἅμμα , Hsch. δεήλαδες: φύλακες,I