ἀντρίτης , ου , ὁ , = ἀντραῖος , coined by St.Byz. s.v. Ἄντρον. ἀντρίτης,ου,ὁ, A. = ἀντραῖος , coined by St.Byz. s.v. Ἄντρον.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀντρίτης , ου , ὁ , = ἀντραῖος , coined by St.Byz. s.v. Ἄντρον. ἀντρίτης,ου,ὁ, A. = ἀντραῖος , coined by St.Byz. s.v. Ἄντρον.
ἀπειλ-ητής , οῦ , δ , = ἀπειλητήρ , D.S. 5.31 , J. BJ 1.10.4 . ἀπειλ-ητής,οῦ,δ, A. = ἀπειλητήρ , D.S. 5.31 , J. BJ 1.10.4 .
ἄπνιγμος , ον , = οὐ πεπνιγμένος, κνώδων Anon. ap. Hsch. ἄπνιγμος,ον, A. = οὐ πεπνιγμένος, κνώδων Anon. ap. Hsch.
to be thrown away ἀπό-βλητος,ον ̔η,ον D.L. 7.127 , Iamb. Myst. 1.19 ), A. to be thrown awayoraside,as worthless, οὔ τοι ἀπόβλητ' ἐστὶ θεῶν ἐρικνδέα δῶρα Il. 3.65 ; οὔ τοι ἀπόβλητον ἔπος ἔσσεται 2
ἀπολ-ίτης [ῑ] , ου , δ , v.l. for ἀποπολίτης , q.v. ἀπολ-ίτης [ῑ],ου,δ, A. v.l. for ἀποπολίτης , q.v.
ἀπονύμφης , ου , ὁ , or ἀπονόστ-νυμφος , ον , = μισογύνης , Poll. 3.46 . ἀπονύμφης,ου,ὁ, orἀπονόστ-νυμφος,ον, A. = μισογύνης , Poll. 3.46 .
ἀποσοβ-ητής , οῦ , ὁ , = -ητήρ , Sch. Ar. Pl. 359 . ἀποσοβ-ητής,οῦ,ὁ, A. = -ητήρ , Sch. Ar. Pl. 359 .
ἀποτροπ-ία , Ep. ἀποτροπ-ίη , ἡ , poet. for foreg. 1 , οὐ γάρ τις ἀ. θανάτοιο A.R. 4.1504 . ἀποτροπ-ία, Ep. ἀποτροπ-ίη,ἡ, poet. for foreg. 1 , A. οὐ γάρ τις ἀ. θανάτοιο A.R. 4.1504 .
ἀπρονόμευτος: οὐ πρυτανευθείς: ἀπρονομή (sic) γὰρ ἡ ἐπὶ τῆς χώρας ἁρπαγή, Hsch. ἀπρονόμευτος: οὐ πρυτανευθείς: ἀπρονομή(sic)γὰρ ἡ ἐπὶ τῆς χώρας ἁρπαγή, Hsch.
ἀργῐ-πόδης , ου, Dor. ἄργῐ-ας , ὁ , = sq., χίμαρος AP 6.299 ( Phan. ). ἀργῐ-πόδης,ου, Dor. ἄργῐ-ας,ὁ,=sq., A. χίμαρος AP 6.299 ( Phan. ).
Ἀρεοπαγίτης , ου , ὁ , v. Ἄρειος πάγος. Ἀρεοπαγίτης,ου,ὁ, A. v. Ἄρειος πάγος.
ἀρεστ-ής , οῦ , ὁ , EM 138.57 . ἀρεστ-ής,οῦ,ὁ, EM 138.57 .
best of citizens, ἀριστο-πολῑτευτής[ᾰ],οῦ,ὁ,(πολιτεύω) A. best of citizens,honorary title, esp. at Sparta, IG 5(1).335 , al.:—alsoἀριστο-πολίτης[λῑ],ου,ὁ, best citizen, αἰώνιος ἀ.ib. 468 , IPE 2.29 (
ἀρνευ-τής , οῦ , ὁ , = ἀρνευτήρ , epith. of the fish ἵππουρος, Numen. ap. Ath. 7.322f , Eust. 1083.59 . ἀρνευ-τής,οῦ,ὁ, A. = ἀρνευτήρ , epith. of the fishἵππουρος, Numen. ap. Ath. 7.322f , Eust. 10
ἀρρενο-μίκτης , ου , ὁ , = ἀρρενοκοίτης , ( ἀρσ- ) Man. 4.590 . ἀρρενο-μίκτης,ου,ὁ, A. = ἀρρενοκοίτης , (ἀρσ-) Man. 4.590 .
ἀρτῡτοπώλης , ου , ὁ , dub. l. for ἀτυρτοπώλης in Sammelb. 1805 . ἀρτῡτοπώλης,ου,ὁ, dub. l. forἀτυρτοπώληςin Sammelb. 1805 .
ἀρωμᾰτ-ίτης , ου , ὁ , fem. ἀρωμᾰτ-ῖτις , ιδος , ἡ , = ἀρωματικός, οἶνος Id. 5.54 ; σχοῖνος Str. 16.2.16 . ἀρωμᾰτ-ίτης,ου,ὁ, fem.ἀρωμᾰτ-ῖτις,ιδος,ἡ, A. = ἀρωματικός, οἶνος Id. 5.54 ; σχοῖνος Str.
ἀσθμ-ατίας , ου , ὁ , = sq., Adam. 2.41 . ἀσθμ-ατίας,ου,ὁ,=sq., Adam. 2.41 .
ἀσσέως: ἐπὶ σοῦ, Hsch. (Fort. ἆος: ἕως, <μ>έ<χρ>ις οὗ. ) ἀσσέως: ἐπὶ σοῦ, Hsch. (Fort.ἆος: ἕως, <μ>έ<χρ>ις οὗ.)
Assos Ἄσσος, -ου (also Ἀσσός, -οῦ), ή Assos, a city on the E. coast of Asia Minor: Act.20:13-14 (see: ἆσσον).† (AS)
Assos Ἄσσος, -ου (also Ἀσσός, -οῦ), ή Assos, a city on the E. coast of Asia Minor: Act.20:13-14 (see: ἆσσον).† (From Abbott-Smith. LSJ has no entry)
ἀτῑμ-αστής , οῦ , ὁ , = foreg., Gloss. ἀτῑμ-αστής,οῦ,ὁ,=foreg.,Gloss.
αὐλ-ήτης , ου , ὁ , ( αὐλή III), = αὐλίτης , Hsch. αὐλ-ήτης,ου,ὁ, (αὐλήIII), A. = αὐλίτης , Hsch.
αὐλείτης , ου , ὁ , = αὐλίτης , A.R. 4.1487 codd.; for Bocot. αὐλειτάς v. αὐλητής. αὐλείτης,ου,ὁ, A. = αὐλίτης , A.R. 4.1487 codd.; for Bocot.αὐλειτάς v. αὐλητής.