grow weary κοπάζω,aor. ἐκόπασα(v. infr.):pf. A. κεκόπακα Hsch. :—grow weary, τοῦ πολέμου LXX Jo. 14.15 ;τοῦ θυμοῦib. Es. 2.1 ; of an abnormal pulsation,abate, Hp. Epid. 7.2 ; esp. of natural phe
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
grow weary κοπάζω,aor. ἐκόπασα(v. infr.):pf. A. κεκόπακα Hsch. :—grow weary, τοῦ πολέμου LXX Jo. 14.15 ;τοῦ θυμοῦib. Es. 2.1 ; of an abnormal pulsation,abate, Hp. Epid. 7.2 ; esp. of natural phe
to abate κοπάζω, aorist ἐκόπασα (see. below): perfect κεκόπακα [[ 5th c.AD(?): Hesychius Legal icographus ] Refs 5th c.AD+]:—grow weary, τοῦ πολέμου [[ LXX.Josh.14.15 ] LXX]; τοῦ θυμοῦ[[LXX.Est.2.1 ]
κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος ( -αντίας cod.) αἰτία , Hsch. κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος(-αντίαςcod.)αἰτία, Hsch.
κραναοίκορον: μοῖρά τις τοῦ ἱερείου , Hsch. κραναοίκορον: μοῖρά τις τοῦ ἱερείου, Hsch.
κρουερ<οῦ>: τοῦ φοβεροῖ , Hsch. ; cf. κρυερός . κρουερ<οῦ>: τοῦ φοβεροῖ, Hsch. ; cf.κρυερός.
pair of tweezers λᾰβ-ίδιον,τό, Dim. of A. λαβίς 11 ,pair of tweezers, Dsc. 1.68.7 , Gal. 12.687 , PHolm. 6.11 . II. Dim. of λαβή 1 , ὑποδέρειν διὰ τοῦ λ. τοῦ σμιλαρίου Leonid. ap. Aët. 6.1
λαβρ-εία: ἡ τοῦ λόγου ἔκληψις , Hsch. ; = ἡ φλυαρία , Zonar. λαβρ-εία: ἡ τοῦ λόγου ἔκληψις, Hsch. ; A. = ἡ φλυαρία , Zonar.
λαγήναρχος: ὁ ἐξουσίαν ἔχων τοῦ οἴνου , Hsch. ( λαγίν - cod., before λάγνα ). λαγήναρχος: ὁ ἐξουσίαν ἔχων τοῦ οἴνου, Hsch. (λαγίν- cod., beforeλάγνα).
λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ , Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος , Id. λαρυδοί: στῦλοι οἱ ἐν τῷ ἀρότρῳ, Hsch. λαρύζει: βοᾷ, ἀπὸ τοῦ λάρυγγος, Id.
Λασίσματα: ὡς σοφιστοῦ τοῦ Λάσου καὶ πολυπλόκου , Hsch. λασιτός: κίναιδος, ἢ Λασίσματα: ὡς σοφιστοῦ τοῦ Λάσου καὶ πολυπλόκου, Hsch. λασιτός: κίναιδος, ἢ
λεπτυξίς: ἀπὸ τοῦ λέπους, καὶ τῆς χωρίσεως , Hsch. λεπτυξίς: ἀπὸ τοῦ λέπους, καὶ τῆς χωρίσεως, Hsch.
Λῆσος: ὁ ἐν τῷ ῥάχει τοῦ σκορπίου λαμπρὸς ἀστήρ , Hsch. Λῆσος: ὁ ἐν τῷ ῥάχει τοῦ σκορπίου λαμπρὸς ἀστήρ, Hsch.
λῐπο-μορία: δένδρον τὰ ἐκ τοῦ θωρακίου κατεαγός, ἐκ δὲ τῆς ῥίζης φέρον βλαστούς , Hsch. λῐπο-μορία: δένδρον τὰ ἐκ τοῦ θωρακίου κατεαγός, ἐκ δὲ τῆς ῥίζης φέρον βλαστούς, Hsch.
λοφάδεια: . . αὐχήν, οἷον κατὰ τοῦ αὐχένος, ἢ χωρίον ὃ καλοῦσι Λίβυσσα , Hsch. : gloss on κατὰ λοφάδεια which is v.l. for καταλοφάδεια (q.v.) in Od. 10.169 . λοφάδεια:. .αὐχήν, οἷον κατὰ τοῦ αὐχένος,
μαρμαρυκᾷ: ἀπὸ τοῦ μαρμαίρειν , Hsch. μαρμαρυκᾷ: ἀπὸ τοῦ μαρμαίρειν, Hsch.
keep the middle μεσεύω, A. keep the middleormean betweentwo, c. gen., Pl. Lg. 756e ; Πλάτων μεσεύων Πυθαγόρου καὶ Σωκράτους, τοῦ μὲν δημοτικώτερος τοῦ δὲ σεμνότερος ὤφθη Numen. ap. Eus. PE 14.5 .
μούσαξ: ὁ ὑπὸ τοῦ βοαγοῦ τρεφόμενος , Hsch. ( Lacon. for μόθαξ .) μούσαξ: ὁ ὑπὸ τοῦ βοαγοῦ τρεφόμενος, Hsch. ( Lacon. forμόθαξ.)
intellectuality, νοότης,ητος,ἡ, A. intellectuality, τῆς νοότητος ὡς ἁπλουστέρας οὔσης τοῦ νοῦ καὶ οἷον ἕξεως τοῦ νοεῖν Procl. in Prm. p.863S. , cf. Dam. Pr. 58 .
οἰλάωμα: τὸ προστιθέμενον τῇ πλάστιγγι τοῦ ζυγοῦ, ἐὰν μὴ ἰσορρεπῇ, Hsch. οἰλάωμα: τὸ προστιθέμενον τῇ πλάστιγγι τοῦ ζυγοῦ, ἐὰν μὴ ἰσορρεπῇ, Hsch.
ὁμηρέταις: ὁμοψήφοις, ὁμογνώμοσιν, Hsch. ; cf. ὁμηρίταις (sic): ὁμοψήφοις, ἀπὸ τοῦ ὁμοῦ ἐρέσσειν, ὁμογνώμοσιν, Phot. ὁμηρέταις: ὁμοψήφοις, ὁμογνώμοσιν, Hsch. ; cf.ὁμηρίταις(sic):ὁμοψήφοις, ἀπὸ τοῦ ὁμ
ὄρχεα , = ὄσχεος , Gal. 19.127 ; ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch. ὄρχεα, A. = ὄσχεος , Gal. 19.127 ;ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch.
ὄτρα: ἡ τοῦ ἀλέκτορος οὐρά , Hsch. ὄτρα: ἡ τοῦ ἀλέκτορος οὐρά, Hsch.
οὐφίδρωμα: τοῦ σάγματος ἡ πρὸς τῇ πλευρᾷ διφθέρα , Hsch. οὐφίδρωμα: τοῦ σάγματος ἡ πρὸς τῇ πλευρᾷ διφθέρα, Hsch.
ὀχθᾶσθαι: ἀπὸ τοῦ ὄχθη, οἱ γὰρ στένοντες ἑαυτοὺς μετεωρίζουσιν , Hsch. ὀχθᾶσθαι: ἀπὸ τοῦ ὄχθη, οἱ γὰρ στένοντες ἑαυτοὺς μετεωρίζουσιν, Hsch.