κῡφᾰλέος , α , ον , poet. for κυφός , AP 6.297 ( Phan. ). κῡφᾰλέος,α,ον, poet. forκυφός, AP 6.297 ( Phan. ).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κῡφᾰλέος , α , ον , poet. for κυφός , AP 6.297 ( Phan. ). κῡφᾰλέος,α,ον, poet. forκυφός, AP 6.297 ( Phan. ).
Κῠφᾰρισσ-ίτᾱς [ ῑ], α , ὁ , epith. of Pan, BCH 27.295 ( Crete ). Κῠφᾰρισσ-ίτᾱς[ῑ],α,ὁ , epith. of Pan, BCH 27.295 (Crete).
κῳδάριον [ ᾰ], τό , Dim. of κῴδιον , Cratin. 41 , Ar. Ra. 1203 , Anaxandr. 34.11 . κῳδάριον[ᾰ],τό , Dim. of κῴδιον, Cratin. 41 , Ar. Ra. 1203 , Anaxandr. 34.11 .
Κώϊος , α , ον , contr. Κῷος (q.v.). Κώϊος,α,ον, contr. Κῷος(q.v.).
of a κωμάδιος[ᾰ],α,ον , A. of a κῶμος, Sch.D.T. p.542 H.
κωμέτας , α , ὁ , Dor. , = κωμήτης , IG 4.497.11 (Mycenae, ii B.C. ). κωμέτας,α,ὁ, Dor. , A. = κωμήτης , IG 4.497.11 (Mycenae,ii B.C.).
κωμῳδο-γράφος [ ᾰ], ὁ , = κωμῳδιογράφος , AP 7.708 ( Diosc. ), Phld. Mus. p.88 K. κωμῳδο-γράφος[ᾰ],ὁ, A. = κωμῳδιογράφος , AP 7.708 ( Diosc. ), Phld. Mus. p.88 K.
κωφ-ητέος , α , ον , = βλαπτέος , Id. κωφ-ητέος,α,ον, A. = βλαπτέος , Id.
λαικ-ᾰλέος , α , ον , = sq., Luc. Lex. 12 . λαικ-ᾰλέος,α,ον,=sq., Luc. Lex. 12 .
λᾱί̈νεος , α , ον , = λάϊνος , Il. 22.154 , E. Ph. 115 (lyr.), Theoc. 23.58 . λᾱί̈νεος,α,ον, A. = λάϊνος , Il. 22.154 , E. Ph. 115 (lyr.), Theoc. 23.58 .
λάκε [ᾰ] , v. λάσκω . λάκε [ᾰ], A. v. λάσκω .
λᾰλ-ιός , ά , όν , poet. for λάλος , AP 5.148 ( Mel. ), 170 (Id.), 7.417 (Id.), IG 14.1892 (i A. D.) . (On the accent v. Hdn.Gr. 1.123 .) λᾰλ-ιός,ά,όν, poet. forλάλος, AP 5.148 ( Mel. ), 170 (Id.), 7.
λάμια [ ᾰ], τά , = χάσματα , Choerob. in An.Ox. 2.239 (where Λοίμια ), EM 555.50 ; cf. λάμβαι, λάμος . λάμια[ᾰ],τά, A. = χάσματα , Choerob. in An.Ox. 2.239 (whereΛοίμια), EM 555.50 ; cf.λάμβαι, λάμο
shaggy, woolly λάσῐος[ᾰ],α,ον , later alsoος,ον Luc. Prom. 12 , etc. (cf.λάσειος):— A. shaggy, woolly, of sheep, Il. 24.125 , Od. 9.433 ;λ. θῆρες, of sheep and goats, opp. deer (στικτοὶ θ.), S. Ph.
Λάτμιος , α , ον , Latmian , Λάτμιον κνώσσεις (sc. ὕπνον ), i.e. like Endymion on Latmos, Herod. 8.10 ; cj. for λάθριον in Theoc. 20.39 . Λάτμιος,α,ον,Latmian,Λάτμιον κνώσσεις(sc.ὕπνον), i.e.likeEndym
λαχν-αῖος , α , ον , = λαχνήεις , AP 9.439 ( Crin. ). λαχν-αῖος,α,ον, A. = λαχνήεις , AP 9.439 ( Crin. ).
λεηλ-άτησις [ ᾰ], εως , ἡ , = λεηλασία , Aen.Tact. 16.5 . λεηλ-άτησις[ᾰ],εως,ἡ, A. = λεηλασία , Aen.Tact. 16.5 .
wrestler with a lion, λειοντοπάλης[ᾰ],ου , Dor. λειό-ᾱς,α,ὁ, A. wrestler with a lion, AP 9.237 ( Eryc. ).
λεόντ-εος , α , ον , = foreg. 1 , γάλα dub. in Alcm. 34.5 . λεόντ-εος,α,ον,=foreg. 1 ,γάλαdub. in Alcm. 34.5 .
λετμὸς ἀναδρήσσει: τὸ σῶμα <ἀ>μερίας φησί , Hsch. λετωνῆσαι: ἀφειδῶς παῖσαι κατὰ τῶν ἰσχίων , Id. λετμὸς ἀναδρήσσει: τὸ σῶμα <ἀ>μερίας φησί, Hsch. λετωνῆσαι: ἀφειδῶς παῖσαι κατὰ τῶν ἰσχίων, Id.
λευκο-λόφας , ᾱ , ὁ , = sq. 1 , E. Ph. 119 (lyr.). λευκο-λόφας,ᾱ,ὁ,=sq. 1 , E. Ph. 119 (lyr.).
λευστός , ή , όν , neut. pl. λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα , Hsch. λευστός,ή,όν, neut. pl.λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα, Hsch.
ληδάριον [ ᾰ], τό , Dim. of λῆδος , Ar. Av. 715 , 915 ( v.l. λῃδάριον ). ληδάριον[ᾰ],τό , Dim. of λῆδος, Ar. Av. 715 , 915 ( A. v.l. λῃδάριον ).
λῐβηρός , ά , όν , = ὑγρός , Hp. ap. Gal. 19.118 , EM 564.50 . λῐβηρός,ά,όν, A. = ὑγρός , Hp. ap. Gal. 19.118 , EM 564.50 .