παιγν-ιήμων , ον , gen. ονος , = παιγνήμων , Hdt. 2.173 ; τὸ κομψὸν καὶ π. [τοῦ Σωκράτους ] Numen. ap. Eus. PE 14.5 . παιγν-ιήμων,ον, gen.ονος, A. = παιγνήμων , Hdt. 2.173 ;τὸ κομψὸν καὶ π. [τοῦ Σωκ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παιγν-ιήμων , ον , gen. ονος , = παιγνήμων , Hdt. 2.173 ; τὸ κομψὸν καὶ π. [τοῦ Σωκράτους ] Numen. ap. Eus. PE 14.5 . παιγν-ιήμων,ον, gen.ονος, A. = παιγνήμων , Hdt. 2.173 ;τὸ κομψὸν καὶ π. [τοῦ Σωκ
πᾰλῐ́ν-οπτα: τὰ ἀπὸ τοῦ ἡλίου ἀπεστραμμένα , Hp. ap. Gal. 19.127 . πᾰλῐ́ν-οπτα: τὰ ἀπὸ τοῦ ἡλίου ἀπεστραμμένα, Hp. ap. Gal. 19.127 .
spirt out, disgorge παραβλύζω, A. spirt out, disgorge,π. τὸ περιττὸν [τοῦ οἴνου] Anon. ap. Suid. : c. gen. partit., π. τοῦ οἴνου ἐν τῷ ὕπνῳ Philostr. Im. 1.22 ; κραιπάλης Eun. VS p.462 B.
neglect, disregard παράλειψις,εως,ἡ, A. neglect, disregard, τῶν καθηκόντων Plu. 2.33a . 2. omission,κατὰ παράλειψιν τοῦ ῡwith theomissionof . . , Ath. 11.490f ;κατὰ π. τοῦ "εὐκαίρως" Plu. 2.1037e
παραρτ-ίδιον , τό , τοῦ αὐλυδρίου dub. sens. in Mitteis Chr. 96.7 (iv A. D.) . παραρτ-ίδιον,τό , τοῦ αὐλυδρίουdub. sens. in Mitteis Chr. 96.7 (iv A. D.).
eat all round, nibble at περιεσθίω, A. eat all round, nibble at, Luc. Merc.Cond. 26 : metaph., Id. Lex. 23 :aor., τοῦ ἰοῦ περιφαγόντος τὸ ἀσθενὲς τοῦ σιδήρου D.S. 5.33 .
περισιγᾶν: ἀφέλκειν τοῦ προκειμένου , Hsch. (leg. περισπᾶν ). περισιγᾶν: ἀφέλκειν τοῦ προκειμένου, Hsch. (leg.περισπᾶν).
πῆν: πῆ καὶ πῆν ἐπὶ τοῦ κατάπασσε καὶ καταπάσσειν , Hsch. (Prob. Dor. contr. forms of Πάω = πάσσω , cf. ἐπιπάσσω .) πῆν: πῆ καὶ πῆν ἐπὶ τοῦ κατάπασσε καὶ καταπάσσειν, Hsch. (Prob. Dor. contr. forms o
πήραξον: ἀφόδευσον , Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ , Id. πήραξον: ἀφόδευσον, Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ, Id.
Πῐτάνη [ᾰ] , Dor. πίστ-να , ἡ , one of the κῶμαι of Sparta, Pi. O. 6.28 , Hdt. 3.55 , etc.: τοῦ Πῐτάνη [ᾰ], Dor. πίστ-να,ἡ, one of theκῶμαιof Sparta, Pi. O. 6.28 , Hdt. 3.55 , etc.:τοῦ
πλάδ-ησις , εως , ἡ , = πλαδάρωσις, τοῦ στομάχου Sor. 1.50 . πλάδ-ησις,εως,ἡ, A. = πλαδάρωσις, τοῦ στομάχου Sor. 1.50 .
that may be crossed, passable, πορ-εύσιμος,ον, alsoη,ον Them. Or. 6.83c :— A. that may be crossed, passable, ἡ τοῦ ποταμοῦ ὁδὸς π. ἀνθρώποις ἐγίγνετο X. Cyr. 7.5.16 ;εἰ π. εἴη τὸ ἔδαφος τοῦ ποταμ
take away before, προαφαιρέω, A. take away before, Thphr. HP 7.3.4 ; τοῦ πιτυρίτου τὸ καθαρώτατον Gal. 11.120 , cf. 12.465 ;π. τοῦ χρόνου anticipatethe appointed time, App. BC 2.26 :— Med. , π. τὸ
grow old before, προγηράσκω, A. grow old before, τοῦ χρόνου τοῦ ἱκνευμένου Hp. Aër. 7 : abs., Luc. Tim. 20 . 2. grow prematurely old, Id. Rh.Pr. 10 , Sor. 1.87 ; ἐν τοῖς πόνοις Ph. 2.287 .
προπέτ-ηλον: πεποίηται ἀπὸ τοῦ προπίπτειν, Hsch. προπέτ-ηλον: πεποίηται ἀπὸ τοῦ προπίπτειν, Hsch.
προτέρ-ωθεν , Adv. of foreg.,= ἐκ τοῦ προτέρου , Theognost. Can. 156 ; προτέρωθε , EM 385.49 . προτέρ-ωθεν,Adv.of foreg.,=ἐκ τοῦ προτέρου, Theognost. Can. 156 ;προτέρωθε, EM 385.49 .
Σεβαζίῳ (sic) Supp.Epigr. 1.302 ( Thrace ): also Σαόαζος AJA 3(1887).363 ( Phrygia ); τοῦ Διὸς Σεβαζίῳ(sic) Supp.Epigr. 1.302 (Thrace): alsoΣαόαζος AJA 3(1887).363 (Phrygia);τοῦ Διὸς
σκαλαθάρβα: τύρβη, ἀπὸ τοῦ σκαλεύειν , Hsch. σκαλαθάρβα: τύρβη, ἀπὸ τοῦ σκαλεύειν, Hsch.
Σκυλλανίς: ἡ πολεμική, ἴσως ἀπὸ τοῦ σκυλεύειν , Hsch. Σκυλλανίς: ἡ πολεμική, ἴσως ἀπὸ τοῦ σκυλεύειν, Hsch.
στᾰφῠλίζειν: τὸ συνι<ς>άζειν τὰς ὤας τοῦ ἱματίου , Hsch. στᾰφῠλίζειν: τὸ συνι<ς>άζειν τὰς ὤας τοῦ ἱματίου, Hsch.
στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς , Hsch. (cf. sq.). στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς, Hsch. (cf. sq.).
skilful in aiming at, able to hit στοχ-αστικός,ή,όν, A. skilful in aiming at, able to hit, c. gen., τοῦ ἀρίστου Arist. EN 1141b13 ;ἀρετὴ τοῦ μέσου ς. ib. 1106b15 . b. τὸ ς. τῶν φίλων consideration
a bending together σύγ-καμψις,εως,ἡ, A. a bending together, Hp. Off. 15 ;ἐν τῇ συγκάμψειat thebendof the arm, Id. Fract. 3 ; ἡ ς. τοῦ σκέλους Arist. IA 711b2 ; τοῦ σώματος Id. Pr. 870b1 ; τῶν κώλ
retention συγκρᾰ́τ-ησις,εως,ἡ, A. retention,τοῦ σπέρματος,=σύλληψις, Sor. 1.43 ; τοῦ πνεύματος D.L. 6.77 .