ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id. ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ),
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id. ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ),
ἀπημονία , ἡ , = sq., Call. Jov. 92 . ἀπημονία,ἡ,=sq., Call. Jov. 92 .
ἄπιξις , εως , ἡ , Ion. for ἄφιξις. ἄπιξις,εως,ἡ, Ion. forἄφιξις.
ἀπιστοσύνη , ἡ , = ἀπιστία , E. Med. 422 (lyr.). ἀπιστοσύνη,ἡ, A. = ἀπιστία , E. Med. 422 (lyr.).
ἀπλήξ , ῆγος , ὁ , ἡ , = ἄπληκτος 1 , Arr. Epict. 4.1.124 ; sens. obsc., Luc. Am. 54 . ἀπλήξ,ῆγος,ὁ,ἡ, A. = ἄπληκτος 1 , Arr. Epict. 4.1.124 ; sens. obsc., Luc. Am. 54 .
ἁπλός , ή , όν , late form for ἁπλόος, An.Ox. 2.331 . ἁπλός,ή,όν, late form forἁπλόος, An.Ox. 2.331 .
ἁπλοσύνη , ἡ , = ἁπλότης , LXX Jb. 21.23 . ἁπλοσύνη,ἡ, A. = ἁπλότης , LXX Jb. 21.23 .
ἀπό-γνωσις , εως , ἡ , = ἀπόγνοια, τοῦ βίου D.H. 1.81 , Aret. SA 2.2 ; πραγμάτων Luc. Somn. 17 ; ἐλπίδος Ph. 2.300 : abs., Aristaenet. 1.13 . rejection, φίλου Iamb. VP 22.102 . ἀπό-γνωσις,εως,ἡ, A.
ἀπο-πληγία , ἡ , = ἀποπληξία , Gal. 16.672 . ἀπο-πληγία,ἡ, A. = ἀποπληξία , Gal. 16.672 .
ἀπό-πληξις , εως , ἡ , = ἀποπληξία, σώματος Hp. Aph. 6.56 . ἀπό-πληξις,εως,ἡ, A. = ἀποπληξία, σώματος Hp. Aph. 6.56 .
ἀπό-πνοια , ἡ , = foreg. I, Hp. de Arte 12 . = foreg. II, Thphr. CP 5.12.2 . ἀπό-πνοια,ἡ,=foreg. I, Hp. de Arte 12 . 2. =foreg. II, Thphr. CP 5.12.2 .
ἀπο-πῠρίς , ίδος , ἡ , small fish like ἐπανθρακίς , Clearch. 16 . fry, τῶν μαινίδων ἀπόπυριν ποιήσας Teles p.41 H. sacrifice of fish , SIG 1106.42 ( Cos ). ἀπο-πῠρίς,ίδος,ἡ, small fish A. like ἐπανθ
ἀπο-στάτις [τᾰ] , ιδος , ἡ , pecul.fem. of ἀποστάτης, ἀ. πόλις LXX 1 Es. 2.18 , J. AJ 11.2.1 . ἀπο-στάτις [τᾰ],ιδος,ἡ, pecul.fem. of A. ἀποστάτης, ἀ. πόλις LXX 1 Es. 2.18 , J. AJ 11.2.1 .
larder, ἀπο-τᾰμία,ἡ, A. larder, Cael.Aur. CP 3.21 (fort.-ιεία):—Adj. ἀπο-τᾰμιακός,ή,όν, Cat.Cod.Astr. 8(4).338 .
stepping off, disembarking, ἀπόβᾰσις,εως,ἡ, (ἀποβαίνω) A. stepping off, disembarking, ἀπὸ τῶν νεῶν ἐς τὴν Λοκρίδα ἀποβάσεις ποιησάμενοι Th. 3.103 , cf. 115 ;ἡ ναντικὴ ἐπ' ἄλλους ἀ. landingfrom shi
ἀποβροχή , ἡ , v.l. for βροχή (q.v.), Dsc. 1.43 . ἀποβροχή,ἡ, A. v.l. for βροχή (q.v.), Dsc. 1.43 .
ἀπογενεσία , ἡ , = sq., PMag.Par. 1.721 . ἀπογενεσία,ἡ,=sq., PMag.Par. 1.721 .
ἀποδασ-τύς , ύος , ἡ , = ἀποδασμός , Id. ἀποδασ-τύς,ύος,ἡ, A. = ἀποδασμός , Id.
tying up, ἀπόδεσις,εως,ἡ, A. tying up, ἡ τοῦ ὀμφαλοῦ ἀ. τοῖς παιδίοις Arist. HA 587a12 ; ἀ. ἐκ τοῦ πασσάλου Nicom. Harm. 6 , cf. Iamb. VP 26.118 .
ἀποδεσμ-ίς , ίδος , ἡ , prob. f.l. for ὑπο- , Gal. 14.794 . ἀποδεσμ-ίς,ίδος,ἡ, prob. A. f.l. for ὑπο- , Gal. 14.794 .
ἀποδήμ-ησις , εως , ἡ , = ἀποδημία , Alciphr. 1.29 , CIG 1813b8 (Nicopolis, dub.). ἀποδήμ-ησις,εως,ἡ, A. = ἀποδημία , Alciphr. 1.29 , CIG 1813b8 (Nicopolis, dub.).
going ἀποδημ-ία, Ion. -ιη, ἡ, A. goingorbeing abroad, ἀ. ἐξ οἴκου Hdt. 6.130 , cf. Lys. 3.10 ; ἀ. ποιεῖσθαι Pl. Cri. 52b ; ἔξω τῆς χώρας Id. Lg. 949e , cf. 950a ; ἀ. ἡ εἰς Ὀλυμπίαν And. 4.30
rejecting, disapproving, ἀποδοκῐμ-αστικός,ή,όν, A. rejecting, disapproving, δύναμις δοκιμαστικὴ ἢ ἀ. Arr. Epict. 1.1.1 .
ἄποδον: βραδύ, ἢ ἀπαγόρευσις, Hsch. ἄποδον: βραδύ, ἢ ἀπαγόρευσις, Hsch.