ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id. ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ),
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε ( Lacon. ), Id. ἀπήκει: ἀπέχει, ἢ εἰς ὀξὺ συνάγει, Hsch. ἀπηκολλύρισεν: ἐν τῷ παραβεβλῆσθαι ἀπέστροφε( Lacon. ),
laying up in store, ἀπόθεσις,εως,ἡ, (ἀποτίθημι) A. laying up in store, σκευῶν SIG 1106.107 (Cos);εἰς ἀ. γενέσθαιto bestored up, Pl. Lg. 844d ; γάλα χρήσιμον εἰς ἀ. Arist. HA 522a26 ;ἡ ἀ. τῆς τρ
ἀποτελευτ-ή , ἡ , = sq., ἀ. εἴς τι ποιεῖσθαι Antyll. ap. Orib. 44.22.1 . ἀποτελευτ-ή,ἡ,=sq., A. ἀ. εἴς τι ποιεῖσθαι Antyll. ap. Orib. 44.22.1 .
waste one's goods, ἀπουσιάζω, A. waste one's goods, Suid. ; εἴς τινα Artem. 1.78 : c.gen.,lose substance, σωμάτωνZos.Alch. p.235 B. :— Pass. ,to be expended, εἰς τροφήν Sor. 1.87 .
irrigation, ἀρδ-εία,ἡ, A. irrigation, Str. 4.6.7 , Plu. 2.688a (pl.), BGU 283.6 (ii A.D.);εἰς ἀρδείαν τῆς γῆςWilcken Chr. 461.24 (iii A.D.); of a horse, εἰς ἀρδείαν ἄγειν Ael. NA 7.12 .
bear, ἄρξ,ὁ, A. bear, ἐγὼ εἰς κάτω μέρη λέων εἰμὶ καὶ εἰς ἄνω μέρη ἄ. εἰμί OGI 201.15 (Nubia), cf. PMag.Lond. 121.782 .
ἀσεπτέω , = ἀσεβέω, εἰς θεοὺς μηδὲν ἀσεπτεῖν S. Ant. 1350 (lyr.). ἀσεπτέω, A. = ἀσεβέω, εἰς θεοὺς μηδὲν ἀσεπτεῖν S. Ant. 1350 (lyr.).
βουσκητήριον: εἰς εὐρύην: εἴρηται κακος χόλως ἐπὶ τοῦ γυναικείου αἰδοίου , Hsch. βουσκητήριον: εἰς εὐρύην: εἴρηται κακος χόλως ἐπὶ τοῦ γυναικείου αἰδοίου, Hsch.
δαάναι: δύεσθαι, ὅσον εἰς τὴν χρείαν τοῦ στήμονος μεριζόμενον καθάπτεσθαι, Hsch. δαβελός [i.e. δαϝ], = δαλός ( Lacon. ), Id. δαβῆ: καυθῇ ( Lacon. ), Id. δαάναι: δύεσθαι, ὅσον εἰς τὴν χρείαν τοῦ στήμον
lavish, extravagant, δᾰπᾰν-ηρός,ά,όν, of men, A. lavish, extravagant, Pl. R. 564b , X. Mem. 2.6.2 ;εἰς ἑαυτόν, εἰς ἀκολασίαν, Arist. EN 1123a4 , 1119b31 . II. of things,expensive, πόλεμος D. 5.5
bundle δέσμη (Rec. δεσμή), -ης, ἡ (δέω), [in LXX for אֲגֻדָּה, Exo.12:22 * ;] a bundle: δήσατε αὐτὰ εἰς δέσμας (D, Orig., omit εἰς, and Blass thinks original reading, δέσμας δέσμας; see Deiss., LAE,
διάδῐκος: τὸ εἰς δίκην καλεῖν ( Att. ), Hsch. διάδῐκος: τὸ εἰς δίκην καλεῖν( Att. ), Hsch.
sit ἐγκαθ-έζομαι,fut.-εδοῦμαι, A. sitorsettle oneself in, Ar. Ec. 23 ; εἰς θᾶκον Id. Ra. 1523 ; εἰς ἐνέδραν Arr. Tact. 15.5 ;encamp ina place, Th. 3.1 , 4.2 ; τῶν δαιμονίων -καθεζομένων J. AJ 6.
knock ἐγκρούω, A. knockorhammer in, παττάλους εἰς τὸν τοῖχον Ar. V. 130 ; ἥλους εἰς τὰ ὑποδήματα Thphr. Char. 4.13 ;strike,ἐγκρούουσα ποσσὶ λάλους πτέρυγας, of the locust, AP 7.195.4 ( Mel. ). I
to hammer in ἐγκρούω, knock or hammer in, παττάλους εἰς τὸν τοῖχον [[ 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Vespae” 130; ἥλους εἰς τὰ ὑποδήματα 4th-3rd c.BC: Theophrastus Philosophus “Characteres” 4.13
εἶδας: εἰς αὔριον , Hsch. (Fort. ἔνας (v. ἔνος ); sed cf. ἓνς ἄς .) εἶδας: εἰς αὔριον, Hsch. (Fort.ἔνας(v.ἔνος); sed cf.ἓνς ἄς.)
enter εἰσεμ-πορεύομαι, Pass. , A. entera countryas a trader, εἰς τὴν χώραν IG 12.57.20 : expld. byτὸ εἰς πολεμίους ἐμπορίας χάριν ἀπιέναι, Hsch.
shine ἐλ-λάμπω, A. shine,Σείριος . . ὀξὺς ἐ. Archil. 61 : c. dat.,shine upon, irradiate, τῇψυχῇ Ph. 1.273 ; πᾶσιν Procl. Inst. 23 ; εἰς ψυχήν Hierocl. in CA 10p.433M. ; εἰς τὴν οἰκείαν ἕδραν J
ἐμβῐβ-άσκω ,= foreg., πρόβατα εἰς τὸ τέμενος IG 12(7).62.36 ( Amorgos ). ἐμβῐβ-άσκω,= foreg., A. πρόβατα εἰς τὸ τέμενος IG 12(7).62.36 (Amorgos).
fix ἐμπήγνῡμι, A. fixorplant in, c. dat., μεταφρένῳ ἐν δόρυ πῆξε Il. 5.40 ; ἐνέπαξαν ἕλκος ἑᾷ καρδίᾳ Pi. P. 2.91 ; ἐ. τι εἴς τι Hp. Art. 72 , Arist. Pr. 889b1 ; ὀδόντα εἴς τινα AP 5.265 (Paul
to spit on/at ἐμ-πτύω [in LXX: before εἰς, Num.12:14 A, Deu.25:9 (יָרָק)* ;] = cl., καταπτύω (Ruth., NPhr., 66), to spit upon: with dative, Mrk.10:34 14:65 15:19; before εἰς, Mat.26:67 27:30. Pass.
ἐνεύν-οι: ἐπιτήδειοι τόποι εἰς Κύπριοι, Hsch. ἐνεύν-οι: ἐπιτήδειοι τόποι εἰς Κύπριοι, Hsch.
ἐνς ἆς: αὔριον, Hsch. ( ἔνσας cod.: Cretan or Argive form); cf. εἰς, ἄας. ἐνς ἆς: αὔριον, Hsch. (ἔνσαςcod.: Cretan or Argive form); cf.εἰς, ἄας.
ἐνστᾰλάζω , = ἐνστάζω, τι εἴς τι Ar. Ach. 1034 , Luc. Tox. 37 : aor. 2 part. Pass. ἐνσταλαγεῖσα v.l. for ἐνσταγεῖσα in Dsc. 1.77 . ἐνστᾰλάζω, A. = ἐνστάζω, τι εἴς τι Ar. Ach. 1034 , Luc. Tox. 37 :a